Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Το Μάη είχες στα μαλλιά γαρίφαλο στα χείλη στα μάτια και στο μέτωπο την ομορφιά τ' Απρίλη





Πέρα από τη θάλασσα

Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Άλλες ερμηνείες: Δήμητρα Γαλάνη
Χαρούλα Αλεξίου & Μαρινέλλα

Τον ήλιο είχες αγκαλιά
βασιλικό στο χέρι
και προς το μέρος της καρδιάς
κάτασπρο περιστέρι.

Πέρα από τη θάλασσα, πέρα από τα δάση
βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει.
Πέρασαν τα όνειρα, πέρασαν τα πάθη
έλαμψε σαν άνοιξη η δική σου αγάπη.

Το Μάη είχες στα μαλλιά
γαρίφαλο στα χείλη
στα μάτια και στο μέτωπο
την ομορφιά τ' Απρίλη.






Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει




Όνειρο ήταν

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Ο ουρανός ανάβει τα φώτα
τίποτα πια δεν θα 'ναι όπως πρώτα
Ξημέρωσε πάλι

Ξυπνάω στο φως τα μάτια
ανοίγω για λίγο νεκρός χαμένος για λίγο
Ξημέρωσε πάλι

Κι έχεις χαθεί μαζί με τον ύπνο
μαζί με του ονείρου τον πολύχρωμο κύκνο
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου το δωμάτιο άδειο
κι από τo όνειρό μου ακούω καθάριο
Το λυγμό της να λέει όνειρο ήτανε, όνειρο ήτανε

Θα ξαναρθείς μόλις νυχτώσει
και τ' όνειρο πάλι την αλήθεια θα σώσει
Θα 'μαι κοντά σου

Μόνο εκεί σε βλέπω καλή μου
εκεί ζυγώνεις κι ακουμπάς τη ψυχή μου
Με τα φτερά σου

Μα το πρωί χάνεσαι φεύγεις
ανοίγω τα μάτια κι αμέσως πεθαίνεις
Μην ξημερώνεις ουρανέ

Άδεια η ψυχή μου...






Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Τι γνώριζες γι αυτή για το γέλιο της Την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει...



Στην Άστρια μου, με αγάπη πολλή!!!



ΔΥΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΛΑ

Μουσική: Μιχάλης Χανιώτης
Στίχοι: Λιζέτα Καλημέρη
Ερμηνεία: Λιζέτα Καλημέρη

Έχω στο μικρό μου κόσμο
μια κανέλα κι ένα δυόσμο
αχ, τι βάσανο γλυκό
να μοιράζομαι στα δυο.

Το ένα την καρδιά ξυπνάει
το άλλο λάγνα τη μεθάει
δεν μπορώ ν' αποφασίσω
φεύγω αλλά γυρνάω πίσω.

Η καρδιά όμως αντέχει
σαν μικρό παιδί που τρέχει
με πληγές στο γόνατο
το παιχνίδι είναι γλυκό.

Δυόσμο και κανέλα έχω
τυραννιέμαι μα αντέχω.
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
δεν είναι όλα ήλιος
είναι και χαλάζι.








ΉΤΑΝΕ ΑΕΡΑΣ

Μουσική: Γιώργος Καζαντζής
Στίχοι: Γιώργος Χρονάς
Ερμηνεία: Λιζέτα Καλημέρη

Τι ξέρεις για τον καιρό γι' αυτόν τον άνεμο
Την κάθε της ματιά που γυρνάει και σβήνει
Τι γνώριζες γι αυτήν για τα χείλη της
Την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει

Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο σκοτεινό
Δεν την βρίσκεις δεν την φτάνεις ψάχνει το χαμό
Ήτανε αέρας πάντα σύννεφο βιαστικό
Μες σε τρένα μες σε πλοία κλαίει το χωρισμό

Τι γνώριζες γι αυτή για την μάνα της
Την κάθε της σιωπή πριν τραγούδι γίνει
Τι γνώριζες γι αυτή για το γέλιο της
Την κάθε της φωτιά που γυρνάει και δίνει






Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα...






Oι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο

Στίχοι: Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ

Άγονη πλήξη μιας ζωής, δίχως έρωτα
της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι
αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα
οι πιο πολλοι αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να 'σαι
στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα

Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ' τη λήθη
Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι
οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι
μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου
που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα
στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου
ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ
πολύ για σένα, πολύ για σένα

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο...






Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Πάρε ένα κοχύλι απ' το Αιγαίο να 'χεις στο ταξίδι συντροφιά Κι από το φιλί το τελευταίο κράτησε στα χείλη τη δροσιά




Πάρε ένα κοχύλι απ' το Αιγαίο

Στίχοι: Ξενοφώντας Φιλέρης
Μουσική: Κώστας Χατζής
Πρώτη εκτέλεση: Δάκης
Κώστας Χατζής || Χαρούλα Αλεξίου

Άννα δώσ' μου για να σε θυμάμαι
το μικρό χτενάκι που κρατάς
Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
τ' όνειρο πως τέλειωσε για μας

Πάρε ένα κοχύλι απ' το Αιγαίο
να 'χεις στο ταξίδι συντροφιά
Κι από το φιλί το τελευταίο
κράτησε στα χείλη τη δροσιά

Η καρδιά μου φύλλο-φύλλο
ματωμένη τριανταφυλλιά
Στο Αιγαίο και στον ήλιο
Θεέ μου πόση νοιώθω μοναξιά

Άσε την αλμύρα από τ’ αλάτι
κάτω από τα μάτια της σιωπής
Πάρε της φυγής το μονοπάτι
τέτοιαν ώρα τίποτα μην πεις

Μόνο "θα ξανάρθω" να μου τάξεις
όταν το μαντήλι θα χαθεί
Βγες στην κουπαστή ναν το φωνάξεις
σ' όλο το Αιγαίο ν' ακουστεί






Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Είδα πολλά κι άλλα πολλά μες τη ζωή την ταξιδεύτρα είπα κι εγώ το σ΄αγαπώ αχ τι καημός μα βγήκα ψεύτρα


Να μ'αγαπάς

Στίχοι: Γιώργος Ανδρέου
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου

Είδα πολλά κι άλλα πολλά
μες τη ζωή την ταξιδεύτρα
είπα κι εγώ το σ΄ αγαπώ
αχ τι καημός μα βγήκα ψεύτρα
κι είπα ξανά φτάνει ως εδώ
μόνη θα ζω κι ας με ματώνει
κι όσο που είχα γιατρευτεί
ήρθες εσύ, ήρθες εσύ

Να μ' αγαπάς να σαι καλός
να μ' αγαπάς να μη με κρίνεις
ένας μικρός να σαι θεός
όταν με τρως κι όταν με πίνεις
να μ αγαπάς να σαι παιδί
να μ αγαπάς σαν τη ζωή σου
να σαι φωτιά να σαι βροχή
όσο κορμί τόσο ψυχή

Είδα πολλά κι άλλα πολλά
μες τη ζωή την ξελογιάστρα
το ριζικό μου για να βρω
του ταξιδιού άναψα τ' άστρα
μοίρα σκληρή άγριος καιρός
κρύψαν το φως χάθηκ' η μέρα
ψάχνω στεριά ψάχνω νησί
κι ήσουνα εσύ, ήσουνα εσύ








Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Σαν τον αετό είχα φτερά και πέταγα και πέταγα πολύ ψηλά..




Είμαι αϊτός χωρίς φτερά

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Σαν τον αετό είχα φτερά
και πέταγα
και πέταγα πολύ ψηλά
μα ένα χέρι λατρεμένο
ένα χέρι λατρευτό
μου τα κόβει τα φτερά μου
για να μη ψηλά πετώ

Είμ' αετός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ' αετός χωρίς φτερά

Το χέρι αυτό το λατρευτό
μες στη ζωή
μες στη ζωή θα τ' αγαπώ
ότι και να μου 'χει κάνει
όλα του τα συγχωρώ
με φτερούγες τσακισμένες
πάντα εγώ θα τ' αγαπώ.






Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Πώς να με κάνουν να τον δω τον ήλιο μ'άλλα μάτια; Στα ηλιοσκαλοπάτια Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...



Λία μου γλυκιά Χρόνια πολλά!!!



































Πώς να σωπάσω

Στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;



Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

..εγώ όλα τα ενώνω να σε χαρώ τα δυο τα κάνω ένα γη κι ουρανό..



Παραμύθι

Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Μουσική: Ορφέας Περίδης
Πρώτη εκτέλεση: Ορφέας Περίδης

Τον ήλιο το φεγγάρι τη θάλασσα
ρωτάω μην την είδαν αντάμωσαν
κι ο ήλιος μου απαντάει απ' το βουνό
θα φέξω όλο τον κόσμο και θα τη βρω

Μου λέει το φεγγάρι και μου γελά
στης μάνας της κοιμάται την αγκαλιά
εγώ θα την ξυπνήσω όταν τη δω
εμένανε μ' ακούει σαν της μιλώ

Κι η θάλασσα μου λέει απ' τα βάθη της
εσύ θα 'σαι για πάντα η αγάπη της
τα κύματα θα στείλω του ωκεανού
να παν να της δροσίσουν καρδιά και νου

Κι η θάλασσα μου λέει απ' τα βάθη της
εσύ θα 'σαι για πάντα η αγάπη της
εγώ όλα τα ενώνω να σε χαρώ
τα δυο τα κάνω ένα γη κι ουρανό






Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Hechas con nardos y jazmín..





El Emigrante

Tengo que hacer un rosario,
Con los dientes de marfil,
Para que pueda besarlo,
Cuando esté lejos de ti,

Sobre sus cuentas divinas,
Hechas con nardos y jazmín,
Rezaré para que me ampare,
Aquella que está en San Gil.

Adiós mi España querida,
Dentro de mi alma
Te llevo metida,
Aunque soy un emigrante
Jamás en la vida,
Yo podré olvidarte.

Cuando salí de mi tierra,
Volví la cara llorando,
Por que lo que más quería
Atrás me lo iba dejando,
Llevaba por compañera,
A mi virgen de San Gil,
Un recuerdo y una pena
Y un rosario de marfil


Adiós mi España querida,
Dentro de mi alma
Te llevo metida,
Aunque soy un emigrante
Jamás en la vida,
Yo podré olvidarte.

Yo soy un pobre emigrante
Y traigo a ésta tierra extraña,
En mi pecho un estandarte,
Con la alegría de España,
Con mi patria y con mi novia
Y mi Virgen de San Gil,
Y mi rosario de cuentas,
Yo me quisiera morir.























Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Vi är änglar med blickarna högt i det blå Vi är dom som förlorar men jublar ändå






Πως σας φαίνεται η δεύτερή μου γλώσσα;


Om Du Lämnade Mig Nu

Jag skulle vakna mitt i natten
och gå upp och ta en långpromenad
jag skulle låta blicken möta andra ögon
i en främmande stad
jag skulle inte ha så bråttom
med att träffa nån ny
jag har rätt mycket med mig själv
precis som du
jag skulle andas i det tomrum som blev över
om du lämnade mig nu

jag skulle sitta på ett tåg mot Paris
och låta Stockholm va
jag skulle få den tiden över för mig själv
som jag sagt att jag vill ha
jag skulle unna mig att drömma
hundra mil genom Europa
om en främling
lika tillitsfull som du
jag skulle pröva mina läppar mot nån annan
om du lämnade mig nu

jag skulle kunna leva utan den där blicken
som får mig ur balans
jag skulle sakna den där stunden som vi har
när vi till slut har blivit sams
jag kanske skulle söka upp
kontakter som jag tappat
som jag varit med
förut nånstans
jag antar det finns nån du skulle ringa
om jag inte fanns

jag kanske skulle leta upp nån yngre
som en fjäder i hatten
det skulle bli för tomt om ingen fanns där
som värmde mig i natten
men jag skulle aldrig ha tålamod nog
att bli förstådd
ingen känner mig
så väl som du
jag skulle fastna i min ensamhet igen
om du lämnade mig nu







Kom änglar

Den vackraste stunden i livet var den när du kom
och allt var förbjudet
och allt som vi gjorde den stunden vill jag göra om
för det ekar i huvet'
och det blod som jag trodde var stilla det fick du att rinna,
den uppgivna röst som jag nyttjat så illa fick du att försvinna

O jag somnade den natten i tron på att allt var en del
i en kärlekshistoria
men det visa' sig dagen därpå att jag hade gjort fel
när jag gav dig en gloria
Och den stund som jag kände som nära var blott alvedon
och dom himmelska ben som jag ville förtära dom gick
där ifrån

Kom änglar, kom älvor det börjar bli kallt
graderna sjunker så fort överallt och det hjärta som skulle
bli ditt på nåt vis det fryser nu sakta till is

Och du somna' den natten så vaken och drömde om allt
som vi kunnat göra
O om någon som vill ge dig värme när allting känns kallt,
o om nån att beröra
Och jag kunde ha gjort vad som helst för att höra den tanken
men själv låg jag tyst i min säng och så frälst av den farliga branten -
jag liksom föll över kanten

Så kom änglar, kom älvor det börjar bli kallt
graderna sjunker så fort överallt och det hjärta som skulle
bli ditt på nåt vis det fryser nu sakta till is

Och den jävligaste stunden i livet var den när du gick
och allt var förlorat
O där satt jag med mina grön-bruna ögon och såg med blåögd blick
allt jag hade förstorat

För så kom änglar och ta mig till henne och ge mig en chans
för jag tror att snart brinner ett hjärta för henne någon annan stans

Kom änglar, kom älvor det börjar bli kallt
graderna sjunker så fort överallt och det hjärta som skulle
bli ditt på nåt vis det fryser nu sakta till is

Kom änglar, kom älvor det börjar bli kallt
graderna sjunker så fort överallt och det hjärta som skulle
bli ditt på nåt vis det fryser nu sakta till is

Kom änglar, kom älvor det börjar bli kallt
här sitter jag och baddar såren med salt
det går åt helvete med allt

Men den vackraste stunden i livet var den när du kom...








I dina ögon

Har du gjort vad du ska
Är han bättre än jag, är du
Lika lycklig som du var
Ja det är trist att vara den som sitter kvar här ännu
Jag tål inte att se er två tillsammans

Bor du kvar där du bor
Jag fick ett flyttkort där du fråga mig hur livet var
Är inte som du tror
Du ville att jag skulle hälsa på och se vad ni har
Men jag tål inte att se er två tillsammans

I dina ögon
Var det lättare och va
I dina ögon
Jag trivdes bättre i dina ögon

Du sa; jag vet vad du vill
Jag sa; jag vet vad du tror, jag tror
Bara vänta lite till
Så får du tro vad du tror
Du vet vart jag bor
Du får gärna komma hit och skrämma mörkret

I dina ögon
Var det lättare och va
I dina ögon
Jag trivdes bättre i dina ögon
I dina ögon
Var det lättare och va
I dina ögon
Jag trivdes bättre i dina ögon








Solen I ögonen

Vi är lördagens änglar som virvlar i stan
Vi är dom som du hatar en söndag på dan
Vi är dom som kan skratta åt allt som är svart
vi är dom som har hjärtan av ädel titan

Vi är änglar med blickarna högt i det blå
Vi är dom som förlorar men jublar ändå
Vi är dom som kan skratta åt allt med varann
vi är dom som kan gråta när ingen ser på

Vi är gårdagens kärlek och stora i orden
som vaknar med skräck och panik under borden
Vi är dom som vill ha allt
Vi är pojkarna som lovar tusenfalt
Vi har solen i ögonen
Och spilld mjölk överallt
Det stinker av gammalt groll
men vi har skuggorna bakom oss trots allt

Vi är dom som kan dansa när det kränger för hårt
Vi är ängsliga höns inför sånt som är svårt
Vi är dom som vill härja som vinnande hjältar
Vi kan om vi vill men vi kräver support
Vi är lördagens änglar och söndagens knott
Vi är dom som förbannar det gråa i grått
Vi är rastlösa änglar och virvlande dårar
Vi är dansande clowner på ont och gott

Vi är inga yuppies med feta cigarrer
Vi är yviga pojkar med för stora gitarrer
Vi är dom som vill ha allt
Vi är pojkarna som lovar tusenfalt
Vi har solen i ögonen...

Vi är skrattet i halsen och knaket i fogen
Vi är rastlösa själar som irrar i skogen
Vi är dom som är kungar om natten på krogen
Vi är dom som vill ha allt
Vi är pojkarna som lovar tusenfalt

Vi har solen i ögonen...








Elegi

Du ser andra halvan av solen när den sjunker i väst
Jag sitter ensam här och undrar var vi hamnar härnäst
Med dig på andra sidan jorden får jag tid till ingenting
Medan natten fäller blå, kalla skuggor häromkring

Vi skulle klara vad som helst, vi skulle aldrig säga nej
Och vad du anförtror åt mig, ska jag anförtro åt dig

En storm på väg i natt, rannsaka och bekänn.
Guds son ska komma nerstigen från himmelen igen.
Du ska stå naken framför sanningen och jordens alla kval.
Han ska pröva din styrka, han ska testa din moral.

Vi står tysta framför skälet, där sommaren tar slut
Som tonårsbarn på hemväg efter gårdagens debut
Nu skulle inget bli som förr, vi var i en annan division
Vi kunde höra höstens mörka vatten brusa under bron

Vi skulle klara vad som helst, vi skulle aldrig säga nej
Och vad du anförtror åt mig, ska jag anförtro åt dig

Och alldeles nyss fick jag lyssna till ditt skratt
Och du berätta' att du saknar mig i natt, det gör jag med
Det är så tyst nerifrån gatan som det aldrig annars är
Det är som om natten här har sett allting och stilla sjunger med

En elegi för alla sorger den där hösten handla om
För en mor som sjukna in, för ett barn som aldrig kom
För skuggan över gårn där aldrig solen lyste in
För en ork som inte fanns, du sakna min, jag sakna din

För en tystnad mellan väggarna som skar genom cement
Två ögonpar i tomhet från september till advent
För en man som gick till jobbet som om inget hade hänt
För en kvinna som sa "allting är förstört, allt är bränt"

En elegi för alla vägar som vi inte vandrat än
För en tid som bara går och aldrig kommer igen

Vi skulle klara vad som helst, vi skulle aldrig säga nej
Och vad du anförtror åt mig, ska jag anförtro åt dig








Hugger I Sten

Jag dricker glögg
Med balkong dörren öppen inatt
Jag är så trött på alla mail och koder
Jag vill ha dig här på riktigt inatt
Och suga liv ur din halspulsåder
Ja för en doft av sommarens sista dagar
När vinden blåser in ifrån England

Som du sa det kan vara svårt att bli riktigt nöjd
Det är så lätt att fantisera
Och mina tankar och minnen står mig upp i halsen
Men mycket vill ha mera
Och jag har kvar av sommarn om du behagar
Om du behagar komma hem från England
Jag har väl knappast lärt mig nåt sen sist
Nej inte jag
Men dina ord ligger och gnager här dag efter dag

Jag hugger i sten
Men jag tror att jag sakta börjar se en kontur
Några armar och ben
Jag jobbar mig inåt så jag ser en figur

Och inatt kom isen över sjön
Och snön föll försiktigt över Skandinavien
Och Nordsjön är väl stilla och kall så här års
Innan våren sätter av igen
Och det är nånting stilla mellan dig och våren
Det är nåt kallt mellan mig och England
Och imorgon sveper en dimma in
Som julrusch över staden
Och det vimlar av stressade människor i stan
Men det är tomt på strandpromenaden
Och jag tänkte att du kunde stå där i solen
Men berätta ingenting om England
Och jag har knappast lärt mig nåt sen sist
Nej inte jag men jag tänker och tänker
Och vet att du sa

Jag hugger i sten
Men jag tror att jag sakta börjar se en kontur
Några armar och ben
Jag jobbar mig inåt så jag ser en figur

Jag dricker glögg
Med balkong dörren öppen inatt
Och låter vinden blåsa in ifrån väster
Som en virvlande storm
Och som en dansande vår
Ja som en galen orkester
Och jag dricker ur mitt glas
Och alla dörrar är öppna
Nu är det dimma
Över mig och över England
Och du sa

Jag hugger i sten
Men jag tror att jag sakta börjar se en kontur
Några armar och ben
Jag jobbar mig inåt så jag ser en figur








För Dig

Jag har sett varenda vrå av Sveriges land
Jag har härjat runt i loger och på Grand
Jag har letat efter ro för min skakande hand
Efter dig, efter dig, efter dig

Du är resan som jag velat ska ta fart
Du är gåtan som jag aldrig löser klart
Du är början på nåt nytt och nånting underbart
För mig, för mig, för mig

När hösten kommer och tiden gått för fort
När allt känns på rutin och redan gjort
Ska jag samla mina krafter och göra nånting stort
För dig, för dig för dig

Jag är hög nu sen den dagen när du kom
Ja, jag är hög nu och kan inte somna om
Och jag undrar om jag nånsin ska nyktra till nån gång
Med dig, med dig, med dig

Det sägs att kärlek lovart stort men håller tunt
Du kan kalla det förnuft men aldrig sunt
Det är sagt av nån stackare som aldrig ramlat runt
Med dig, med dig, med dig

Jag har vandrat som en vilsen stenstaty
Jag har vart på rymmen utan någonstans att fly
Det här är slutet på resan och början på en ny
Med dig, med dig, med dig







Dom Tomma Stegen

Det drar en skugga utmed murarna i kväll
Den är sval och förtegen
Du har sett den i ögonvrån förr
när du vandrat dom tomma stegen
Du har sett den passera
och göra natten så märklig
Du vet att verkligheten
är inte alltid så verklig

Jag såg en man ligga och dö på en bänk en natt
det var inte mycket att göra
Hans vän sa: Jesus tar hand om dig nu
men han kunde varken se eller höra
Månen blänkte i fjärden
nordens renaste vatten
Man la en filt över kroppen
sen gick vi sakta hemåt i natten

Har du vandrat dom tomma stegen
utmed orons kanaler
Har du kastat några stenar i djupet
och sett dom singla ner i spiraler
Det är låst vid grinden
till den öde stranden
Det står en vakt vid porten
han har fått blod på tanden

Jag känner en som sett mer än dom flesta
en som aldrig sett vad han har här
Han säger att han vart i helvetet och vänt
Jag tror en del av honom blev kvar där
nu står han utanför världen
Genomskådad och bitter
Han går dom tomma stegen
under fåglarnas glada kvitter

Dom fann en kropp nere vid vattnet idag
den måste legat där hela natten
Kulhål tvärs genom bröstet
lungorna fyllda med vatten
Fick någon tyst på dånet
Var det värt besväret
Du känner skulden och skammen
fast du aldrig höll i geväret

Jag tror på duvan som vet vart den ska
Jag tror på godhet och bättring
Jag är en barkbåt
Som driver mellan grenar och stenar
och en nattfjäril är min besättning
Inga vakter vid porten
Inga hänglås i grinden
Bara rösten som kallar
i den evigt viskande vinden






Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Να τρυπώσω κάτω από τις κιθάρες, ανάμεσα στους τραγουδιστάδες, ν’ αρχίσω να τραγουδάω κι εγώ...Διονύσιος Σούρμπης




Καλή συνέχεια Διονύση!


Το πρώτο του «έβγα» στη ζωή ήταν στην «Αγράμπελη». Στην ταβέρνα του πατέρα του. Του Μπάμπη. Σε ηλικία οχτώ χρόνων. Καλοκαιρινές διακοπές στο μαγαζί. Να δώσει ένα χέρι. Να μάθει να στρώνει τραπέζια, να παίρνει παραγγελίες. Να μάθει τι πάει να πει δουλειά. Να γίνει άνθρωπος.

Κι έγινε. Γιατί σ’ εκείνο το στενό μαγαζί, στο καντούνι του Αϊ Γιαννιού… στη Ζάκυνθο, άκουσε τις πρώτες καντάδες. Οι νότες, οι φωνές, οι σκωπτικοί ή λυρικοί στίχοι μπήκαν μέσα του βαθιά. Έκτοτε κάθε χρονιά περίμενε με όλο και μεγαλύτερη λαχτάρα να έρθει το καλοκαίρι. Να πάει στην ταβέρνα του πατέρα του, να βοηθήσει στην κουζίνα και στο σερβίρισμα.

«Να τρυπώσω κάτω από τις κιθάρες, ανάμεσα στους τραγουδιστάδες, ν’ αρχίσω να τραγουδάω κι εγώ. Τότε ακόμα δεν το έβλεπα επαγγελματικά το θέμα. Ήθελα να γίνω κι εγώ σαν κι αυτούς τους ανθρώπους. Να τραγουδάω κι εγώ.» Διονύσιος Σούρμπης, 30 χρόνων σήμερα, βαρύτονος, βραβευμένος στην Ελλάδα και στην Ιταλία, από τις πιο εντυπωσιακές νέες φωνές στην Ευρώπη. Επισκέπτης στην ιδιαίτερη πατρίδα του για λίγες μέρες.«Και, αυτοί οι τραγουδιστάδες δεν είναι παρά άνθρωποι της γειτονιάς, έτσι»;

«Ακριβώς. Θα τους συναντήσετε στο μανάβικο, στο σούπερ μάρκετ, στο ξυλουργείο, στο σχολείο. Και το βράδυ, τραγουδάνε. Κάποιοι μάλιστα κάνουν ταυτόχρονα και τους σερβιτόρους. Ο,τι μπορούν.»

«Κάτι που δεν άλλαξε στη Ζάκυνθο...»



«Όχι, όχι. Οι Ζακυνθινοί αγαπούν το τραγούδι. Σαν περπατάτε στην πόλη εξάλλου, βλέπετε τόσα ωδεία να υπάρχουν. Αλλά είναι και άνθρωποι που δεν ξέρουν νότες, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, κι όμως, σαν τους ακούσει κανείς, νομίζει ότι κουβαλούν στην πλάτη τους σπουδές χρόνων.»

Καντάδες και ψαλμωδίες

Ας γυρίσουμε όμως σε σας. Σαν ήρθε η ώρα και τελειώσατε το σχολειό, τελειώσατε και το στρατιωτικό, ο πατέρας σας προφανώς θα ήθελε να συνεχίσετε τη δουλειά που είχε στρώσει, ή μήπως όχι;»

Ακριβώς. Ήταν έτοιμος να μου δώσει τα κλειδιά του μαγαζιού. Δεν γινόταν όμως. Μπαμπά, του λέω, θα πάω στην Αθήνα να σπουδάσω. Θα προσπαθήσω να βγω κι έξω. Δεν με χωράει ο τόπος στην ταβέρνα.»


«Φυσικά, θα τρελάθηκε…»

«Λογικό ήταν να αντιδράσει. Μου είπε, ότι ήταν δύσκολο το εγχείρημα. Και αβέβαιο το μέλλον. Εγώ όμως το είχα πάρει απόφαση. Να τραγουδήσω στην όπερα. Με μάγευε η ιδέα.»

«Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε στην όπερα;»

«Σιγά-σιγά ήρθε. Παιδί ήμουν ακόμα, και σαν είχε δει ο πατέρας μου ότι μου αρέσει τόσο πολύ το τραγούδι, ένα Σαββατόβραδο με ρώτησε αν την άλλη μέρα ήθελα να με πάρει μαζί του στην εκκλησιά. Έψελνε. Στη Φανερωμένη. Του είπα ναι. Πήγα κι έμεινα “κόκαλο”. Με μάγεψε η χορωδία. Σαν βγήκαμε, ρώτησα τον πατέρα μου πώς γίνεται να ακούω τέσσερις διαφορετικές φωνές. Πρώτη, δεύτερη κλπ, ξέρετε. Και ήτανε πολλοί. Καμιά τριανταριά. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα δεν είχαν τελειώσει καλά, καλά το σχολείο. Φεύγουν και πάνε στις δουλειές τους. Αυτή η μέρα λοιπόν έχει μείνει βαθιά χαραγμένη μέσα μου.»

Προς την όπερα

«Η μεγάλη απόφαση, όμως, πότε ήρθε; Τι ήταν αυτό που τελικά σας οδήγησε στις μεγάλες αναζητήσεις;»

«Ήταν με το θάνατο του Κώστα Σαμσαρέλου, που πρόλαβα να είναι δάσκαλός μου, 17 χρονών εγώ ακόμα. Έγινε κάποιο μνημόσυνο. Δόθηκε συναυλία υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου, ο οποίος τώρα είναι μαέστρος στην Αθήνα. Μου έδωσε να τραγουδήσω το “Μόνος ήσουν, μόνος είσαι, μόνος θα ‘σαι” που το έγραψε ο Ρώμας. Ο μεγάλος δάσκαλός μας το μελοποίησε για βαρύτονο, μικτή χορωδία και πιάνο. Ήμουν ο πρώτος που μου το εμπιστεύτηκε και το τραγούδησα. Σαν με άκουσε ο Ιάκωβος, μου είπε: “εσύ δεν πρέπει να μείνεις εδώ”. Ήταν ο άνθρωπος που μου έβαλε τα φτερά στην πλάτη και μετά μου είπε “πέταξε τώρα, φύγε”.

Τελευταία χρονιά λοιπόν του σχολείου. Ο Διονύσιος Σούρμπης τελειώνει το λύκειο, πάει φαντάρος και επιστρέφει στη Ζάκυνθο μόνο για να μαζέψει τα πράγματά του. Φεύγει για την Αθήνα, όπου κάνει μαθήματα φωνητικής με τον Γιώργο Σαμαρτζή. Οι σπουδές του διαρκούν από το 1999 μέχρι το 2005, οπότε και παίρνει το δίπλωμά του. Δυο-τρεις μήνες πριν πάρει το δίπλωμα, έχει κερδίσει την υποτροφία «Μαρία Κάλλας». Η υποτροφία αυτή αποτελεί το βατήρα για να κάνει το άλμα προς την Ιταλία. Ζει στο Τρεβίζο. Πάνω από τη Βενετία και το Μιλάνο. Δυο χρόνια ήταν η διάρκεια της υποτροφίας και τώρα δουλεύει για να ζει και να συνεχίζει να μελετάει. Έχει βραβευτεί σε έξι παγκόσμιους διαγωνισμούς, έχει ντεμπουτάρει δυο όπερες, πρόσφατα τραγούδησε στη Βερόνα και τώρα, το Μάιο, τραγουδάει στο Κλαμπ Βέρντι, στη Μόντενα, όπου σε λίγο θα του απονεμηθεί το βραβείο “Μπαστιανίνι”. Αναγνωρίζει ότι η βράβευση αυτή αποτελεί ένα μεγάλο σταθμό στην καριέρα του. Και πια, όπως λέει, ο πήχης ανεβαίνει, οι υποχρεώσεις μεγαλώνουν.

«Ποιες φωνές σε τράβηξαν περισσότερο;»

«Από μικρό παιδί, μα και τώρα ακόμα ο Παβαρότι. Μοναδικό μέταλλο. Επίσης, η φωνή του Μπαστιανίνι. Μετά, Νικολάι Γιαούροφ. Και άλλοι.

«Και από έργα; Σε ποια συμμετείχατε;»

«Στην Εθνική Λυρική Σκηνή έπαιξα το ρόλο του Μοράλες στην ”Κάρμεν”, στην Παιδική Σκηνή τον “Κουρέα της Σεβίλλης” με την Κάρμεν Ρουγγέρη, έγινα μέλος χορωδίας της Λυρικής και μετά έφυγα για την Ιταλία».

Στην Ελλάδα; Μόνο διακοπές

«Ένας άνθρωπος της όπερας είναι υποχρεωμένος να έχει έδρα μακριά από την Ελλάδα; Είναι καταδικασμένος να ταξιδεύει; Μπορεί να επιστρέψει στην Αθήνα;»

Χαμογελάει πικρά: «Όταν μεγαλώσει, για διακοπές»

«Δεν υπάρχουν υποδομές, έτσι;»

«Τίποτα και είναι κρίμα. Η χώρα που γέννησε το θέατρο, η μητέρα του δράματος από το οποίο ξεπήδησε η όπερα, δεν έχει σήμερα να προσφέρει αυτά που της πρέπει να δώσει στην Τέχνη.»

«Εμφανιστήκατε και φέτος στη Λυρική, στους “Παλιάτσους”. Είχα καιρό, πολλά χρόνια να έρθω στη Λυρική και μου έκανε εντύπωση πως ακόμα έχει μείνει με υποδομές συνοικιακού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’60. Κι όμως ο κόσμος έρχεται.»

«Ναι. Το θέατρο γεμίζει. Κι ας μην έχει διαφημιστεί η όπερα. Ας μην ξέρουν πολλοί πού πέφτει καν η Εθνική Λυρική Σκηνή. Είναι κρίμα που η Ελλάδα έχει μια και μόνο μια όπερα, που δεν έχει δικό της θέατρο κι αυτό το θέατρο βρίσκεται στην κατάσταση που βρίσκεται, με σκηνή και καμαρίνια άλλων εποχών.»

«Ενώ στην Ιταλία;»

Εγώ μένω στο Τρεβίζο. Το Τρεβίζο είναι μια πόλη, που όπως κάθε πόλη της Ιταλίας, έχει το δικό του θέατρο. Είναι ένα θέατρο που ντρέπεσαι να πατήσεις μέσα. Όχι μόνο στη σάλα, στην πλατεία, τα θεωρία, αλλά και στα καμαρίνια. Έχουν το μπάνιο τους, τα πάντα…»

«Τι να σας πω; Ειλικρινά εύχομαι να έρθει η στιγμή που θα επισκέπτεστε συχνότερα την Ελλάδα και κυρίως την πατρίδα σας, τη Ζάκυνθο, με την ολοκλήρωση της ανέγερσης του θεάτρου. Αναρωτιέμαι όμως, έπρεπε να περάσει πάνω από μισός αιώνας από τους σεισμούς, με τους οποίους καταστράφηκε το θέατρο του Τσίλερ, για να μπουν τα θεμέλια του νέου θεάτρου;»

«Τι να πω; Μακάρι, έστω και τώρα, να γίνει!»

enet.gr, 11:00 Σάββατο 9 Μαΐου 2009