Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου...



ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ

Οδυσσέας Ελύτης

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιo
το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα

H στεριά που βουτά και υψώνει αυχένα
ένα λίθινο άλογο που ιππεύει ο πόντος
οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες
η μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι της Γοργόνας
που κρατά το τρικάταρτο σα να το σώζει
σα να το κάνει τάμα στους ανέμους
σα να λέει να τ' αφήσει και πάλι όχι

Ο μικρός ερωδιός της εκκλησίας
η εννιά το πρωί σαν περγαμόντο
ένα βότσαλο άπεφθο μέσα στο βάθος
τ' ουρανού του γλαυκού φυτείες και στέγες

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΟΡΕΣ ΑΝΕΜΟΙ που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σα Θεοτόκο
που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια
που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται

Οι αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας
οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια
οι Ερμηδες με το μυτερό σκιάδι
και του μαύρου καπνού το κηρύκειο

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες, ο Γαρμπής
ο Πουνέντες, ο Γραίγος, ο Σιρόκος
η Τραμουντάνα, η Όστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι
το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου
του νερού τα παιχνίδια στο ταβάνι
στη γωνιά το φυλλόδεντρο που εφημερεύει

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο
ένας τζίτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κάμα που κλωσάει
στο γιοφύρι από κάτω τα ωραία κοτρόνια
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
ένα πέλαγος βράζοντας και δίχως τέλος

Οι δεκάξι νομάτοι που τραβούν την τράτα
ο ακάθιστος γλάρος ο αργοπλεύστης
οι φωνές οι αδέσποτες της ερημίας
ενός ίσκιου το πέρασμα μέσα στον τοίχο

ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

Στο μελτέμι τα ορτσάροντας με κόντρα-φλόκο
Στο γαρμπή τ' αρμενίζοντας πόντζα-λαμπάντα
έως όλο το μάκρος τους τ' αφρισμένα
με λιτρίδια μαβιά και με ηλιοτρόπια

Η Σίφνος, η Αμοργός, η Αλόννησος
η Θάσος, η Iθάκη, η Σαντορίνη
η Κως, η Ίος, η Σίκινος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντίκρυ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

Του κορμού του αρχαίου του δέντρου η Ήρα
ο δαφνώνας ο απέραντος ο φωτοφάγος
ένα σπίτι σαν άγκυρα κάτω στο βάθος
η Κυρά-Πηνελόπη με την ηλακάτη

Της αντίπερα όχθης των πουλιών ο βόσπορος
ένα κίτρο απ' όπου ο ουρανός εχύθηκε
η γλαυκή ακοή μισή κάτω απ'το πέλαγος
μακροσύσκιοι ψίθυροι νυμφών και σφένταμων

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ' αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας το δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χώμα που ανεβάζει
μιαν οσμή κεραυνού σαν από θειάφι
του βουνού ο πυθμένας όπου θάλλουν
οι νεκροί άνθη της αύριον

Ο χωρίς δισταγμούς ένστικτος νόμος
ο σφυγμός ο ταχύς παίκτης του βίου
ο αιμάτινος θρόμβος ο σωσίας του ήλιου
κι ο κισσός ο άλτης των χειμώνων

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο-σκαραβαίος
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου
ο Απρίλης που ένιωσε ν' αλλάζει φύλο
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει

Το χειράμαξο γέρνοντας με το 'να πλάι
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει
και γι' αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικόσιτα της Nοσταλγίας
τα λουλούδια τα νήπια της βροχής που τρέμουν
τα μικρά και τετράποδα στο μονοπάτι
τ' αψηλά στους ήλιους και τα ρεμβοκίνητα

Τα σεμνά με την κόκκινη αρρεβώνα
τα κομπάζοντας έφιππα μες στους λειμώνες
τα σε καθαρό ουρανό εργασμένα
τα στοχαστικά και τα χιμαιροποίκιλτα

Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί
ο Μενεξές, η Πασχαλιά, ο Υάκινθος
το Γιούλι, το Ζαμπάκι, το Αστρολούλουδο

ΑΞΙOΝ ΕΣΤΙ το σύννεφο στη χλόη
στο βρεμένο αστράγαλο το φρτ της σαύρας
το βαθύ της Μνησαρέτης βλέμμα
που δεν είναι αρνιού και άφεση δίνει

Της καμπάνας ο άνεμος ο χρυσεγέρτης
ο ιππέας που πάει ν' αναληφτεί στη δύση
και ο άλλος ιππέας ο νοητός που πάει
της φθοράς τον καιρό ν' ανασκολοπίσει

Μιας νυχτός Ιουνίου η νηνεμία
γιασεμιά και φουστάνια στο περιβόλι
το ζωάκι των άστρων που ανεβαίνει
της χαράς η στιγμή λίγο πριν κλάψει


Ένας κόμπος ψυχής κι ούτε πια λέξη
σαν παράθυρο άδειο η Αρετούσα
και ο έρωτας έλθοντ' εξ' οράνω
πορφυρίαν περθέμενον χλάμυν

Τ Α ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας
τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες
τα κορίτσια τ' Αγγεία των Μυστηρίων
τα γεμάτα ως πάνω και τ' απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα
τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα
τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι
τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή
η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια

Των ψιθύρων η επώαση μες στα κοχύλια
μια χαμένη σαν όνειρο: η Αριγνώτα
ένα φως μακρινό που λέει: κοιμήσου
σαστισμένα φιλιά σαν πλήθος δέντρα

Το λιγάκι πουκάμισο που τρώει ο αέρας
το χνουδάκι το χλόινο πάνω στην κνήμη
του αιδοίου το μενεξεδένιο αλάτι
και το κρύο νερό της Πανσελήνου

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το μακρινό τραγούδι
ο μυχός της Ελένης με το κυματάκι
τα φραγκόσυκα φέγγοντας μες στη μασχάλη
ερειπιώνες του μέλλοντος και της αράχνης

Τα νυχτέρια τ' ατέλειωτα μέσα στα σπλάχνα
το ρολόι το άυπνο που δε φελάει
ένα μαύρο κρεβάτι που όλο πλέει
στα τραχιά τα παράλια του Γαλαξία

ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ τα όρθια με το μαύρο πόδι
τα καράβια οι αίγες των Υπερβορείων
τα καράβια οι πεσσοί του Πολικού και του Ύπνου
τα καράβια οι Nικοθόες κι οι Εύαδνες

Τα γεμάτα βοριάδες και φουντούκι του Όρους
τα μυρίζοντας μούργα και χαρούπι αρχαίο
τα γραμμένα στη μάσκα τους καθώς οι Αγίοι
τα την ίδια στιγμή λοξά και ακίνητα

Η Αγγέλικα, ο Πολικός, οι Τρεις Ιεράρχαι
Ο Ατρόμητος, η Αλκυώv, η Nαυκρατούσα
το Μαράκι, το Έχει ο Θεός, η Ευαγγελίστρια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το κύμα που αγριεύει
και σηκώνεται πέντε οργιές επάνω
τα χυμένα μαλλιά στο όρνεο που γυρίζει
και χτυπιέται στα τζάμια με την καταιγίδα

Η Μαρίνα καθώς προτού να υπάρξει
με του σκύλου το καύκαλο και τα δαιμόνια
η Μαρίνα το κέρας της Σελήνης
η Μαρίνα ο χαλασμός του κόσμου

Τα μουράγια ξεσκέπαστα στη σοροκάδα
ο παπάς των νεφών που αλλάζει γνώμη
τα καημένα τα σπίτια που το ένα στο άλλο
ακουμπούνε γλυκά και αποκοιμιούνται

Της μικρής βροχής το λυπημένο πρόσωπο
η παρθένα ελιά το λόφο ανηφορίζοντας
ούτε μία φωνή στα κουρασμένα σύννεφα
της πολίχνης το σαλιγκαράκι που έσπασε

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ο πικρός και ο μόνος
ο από πριν χαμένος εσύ να 'σαι
Ποιητής που δουλεύει το μαχαίρι
στο ανεξίτηλο τρίτο του χέρι:

ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ο Θάνατος και αυτός η Zωή
Αυτός το Απρόβλεπτο και αυτός οι Θεσμοί

Αυτός η ευθεία του φυτού η το σώμα τέμνοντας
Αυτός η εστία του φακού η το πνεύμα καίγοντας

Αυτός η δίψα η μετά την κρήνη
Αυτός ο πόλεμος ο μετά την ειρήνη

Αυτός ο θεωρός των κυμάτων ο Ίων
Αυτός ο Πυγμαλίων πυρός και τεράτων

Αυτός η θρυαλλίδα που από τα χείλη ανάβει
Αυτός η αόρατη σήραγγα που υπερκερά τον Άδη

Αυτός ο Ληστής της ηδονής που δε σταυρώνεται
Αυτός ο Όφις που με το Στάχυ ενώνεται

Αυτός το σκότος και αυτός η όμορφη αφροσύνη
Aυτός των όμβρων του φωτός η εαροσύνη


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το γύρισμα του λύκου
στο ρύγχος του ανθρώπου και αυτό στου αγγέλου
τα εννέα σκαλιά που ανέβηκε ο Πλωτίνος
το χάσμα του σεισμού που εγιόμισε άνθη

Το λιγάκι που αγγίζοντας αφήνει ο γλάρος
και φωτίζει τα βότσαλα σαν αθωότης
η γραμμή που χαράζεται μες στην ψυχή σου
και το πένθος μηνά του Παραδείσου

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πριν της οπτασίας
αχερουσιο σάλπισμα και πύρινη ώχρα
το καιούμενο ποίημα και ηχείο θανάτου
οι δορύαιχμες λέξεις και αυτοκτόνες

Το ενδόμυχο φως που ασπρογαλιάζει
κατ' εικόνα και ομοίωση του απείρου
τα χωρίς εκμαγείο βουνά που βγάζουν
απαράλλαχτες όψεις του αιωνίου

ΤΑ ΒΟΥΝΑ με την οίηση των ερειπίων
το βουνά τα βαρύθυμα, τα μαστοφόρα
τα βουνά τα σαν ύφαλα μιας οπτασίας
τα κλεισμένα ολούθε και τα σαραντάπορα

Τα γεμάτα ψιλόβροχο σαν μοναστήρια
τα χωμένα στο πούσι των προβάτων
τα ήρεμα πηγαίνοντας καθώς βουκόλοι
με το μαύρο ζιμπούνι και με το πανωμάντιλο

Η Πίνδος, η Ροδόπη, ο Παρνασσός
ο Όλυμπος, ο Τυμφρηστός, ο Ταΰγετος
η Δίρφυς, ο Άθως, ο Αίνος

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το διάσελο που ανοίγει
αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη
μια φωνή που παράπεσε μες στην κοιλάδα
μια ηχώ που σαν βάλσαμο την ήπιε η μέρα

Των βοδιών η προσπάθεια που σέρνουν
τους βαριούς ελαιώνες προς τη δύση
ο καπνός ο ατάραχος που πάει
των ανθρώπων τα έργα να διαλύσει

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το πέρασμα του λύχνου
το γεμάτο χαλάσματα και μαύρους ίσκιους
η σελίδα που γράφτηκε κάτω απ' το χώμα
το τραγούδι που είπε η Λυγερή στον Άδη


Τα ξυλόγλυπτα τέρατα πάνω στο τέμπλο
οι αρχαίες οι λεύκες οι ιχθυοφόρες
οι εράσμιες Κόρες με το πέτρινο χέρι
ο λαιμός της Ελένης ωσάν παραλία

Τ' ΑΣΤΕΡΟΕΝΤΑ δέντρα με την ευδοκία
η παρασημαντική ενός άλλου κόσμου
η παλιά δοξασία ότι πάντα υπάρχει
το πολύ σιμά και όμως αόρατο

Η σκιά που τα γέρνει με το πλάι στο χώμα
ένα κάτι του κίτρινου στη θύμησή τους
η αρχαία τους όρχηση πάνω απ' τους τάφους
η σοφία τους η αδιατίμητη

Η Ελιά, η Ροδιά, η Ροδακινιά
το Πεύκο, η Λεύκα, ο Πλάτανος
ο Δρυς, η Οξιά, το Κυπαρίσσι

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια
των παιδιών που κρατιούνται χέρι-χέρι
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται

Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια
ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη
το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη
και το μάλλινο έρημο μέσα στ' αγιάζι

Ο στυφός μες στα δόντια επίορκος δυόσμος
δύο χείλη που αδύνατο να στέρξουν - και όμως
το "αντίο" στα τσίνορα που λίγο λάμπει
και μετά ο για πάντοτε θολός κόσμος

Το αργό και βαρύ των καταιγίδων όργανο
στην καταστραμμένη του φωνή ο Ηράκλειτος
των φονιάδων η άλλη πλευρά η αθέατη
το μικρό "γιατί", που έμεινε αναπάντητο

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το "νυν" και ποιο το "αιέν " του κόσμου:

ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη

Νυν Νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδοπτέρων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το Περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών Νυν η σποδος του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν

και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!






Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Έφυγ' η μέρα μας πικρή κι άρχισε να βραδιάζει, μες στο τραγούδι το αίμα μου κόμπο τον κόμπο στάζει..




Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Ζωγράφος || Αλέξια

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.









Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Να 'χα δυο χέρια, δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω αγάπη μου
να μη σ' αγγίζει ο πόνος.
Να 'μουν αητός, να 'χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ' αστέρια.
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ' άδεια χέρια.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Ho preso le strade del cielo

Avessi due mani, due spade
per coprirti amore mio
per non farti toccare dal dolore.
Fossi aquila, avessi ali
per portarti lontano
per non farti trovare dal tempo.

Fugge via il nostro giorno, amaro
e comincia ad annottare
nel canto il mio sangue
grumo a grumo gocciola.

Ho preso le strade del cielo
le nuvole ho inseguito
ho parlato con le stelle.
Ho cercato a sud e a nord
per portarti la felicità
ma son rimasto a mani vuote.

Fugge via il nostro giorno, amaro
e comincia ad annottare
nel canto il mio sangue
grumo a grumo gocciola.







Ο Δραπέτης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Ο Γιάννος Μπερ απ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει.
Κάνει καρδιά, κάνει φτερά,
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει.

"Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν αλλάξω.
Δρόμο να κάνω έχω μακρύ,
πάν από λίμνες να πετάξω."

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει.
Και μια φωνή, φριχτή φωνή
"κρυφτείτε απ τον δραπέτη".

"Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί,
θεριό για να σας φάω.
Έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω."

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα.
Δίνουν το Γιάννο στους Ες-Ες,
για σκότωμα τον πάνε τώρα.


Il fuggiasco

Gianni Ber spinto dalla tramontana
non sopporta il filo spinato
Si fa coraggio mette le ali,
corre nei paesi della pianura.

"Dammi signora, un po' di pane
e un vestito per cambiarmi.
Ho da fare una lunga strada,
ho da volare sopra le paludi".

E dove passa e dove si ferma
calano terrore e paura.
E una voce, una voce terribile
"Nascondetevi, c'è il fuggiasco"


"Cristiani, non sono un assassino,
o una belva che vi divori.
Son fuggito di prigione..
per tornarmene a casa"

Ah, che deserto mortale
nella patria di Bertold Brecht.
Consegnano Gianni alle SS
ed ora vanno a fucilarlo.








Αντώνης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.


Antonis

There on the wide staircase
the staircase of tears
in willegraben the deep
stone quarry of lamentations

Jews and partisans walk
Jews and partisans fall down
a rock they carry on their back
a rock a cross of death

There Antonis to the voice
the voice, voice he listens
oh camarand, oh camarand
help me to climb the stairs

But there on the wide staircase
that staircase of tears
such a help is an insult
such compassion can be a curse

The Jew falls on the step
and the staircase bleeds crimson
and you young lad come over here
a double rock you’ll carry

I’ll take a double, a triple I’ll take
me, they cal me Antoni
so come and meet me if you are a man
at the threshing circle, the one paved with marble*

*The marble threshing circle that is paved with marble, το μαρμαρενιο αλωνι: a connection to the heroic epic of Digenis Acritas of the Byzantione Middle ages, where Akritas showing a manly contempt for death, challenges Death himself to a duel on a marble paved threshing circle.


Adonis

Là sulla larga scalinata
la scalinata del pianto
nel profondo Wienergrab
la cava dei lamenti

Ebrei e ribelli camminano
Ebrei e ribelli cadono
un macigno portano sulle spalle
un macigno croce di morte.

Là Adonis la voce
la voce la voce sente
o compagno, o compagno
aiutami a salire la scala.

Ma lì sulla larga scalinata
la scalinata del pianto
un aiuto così è affronto
un sentimento così una maledizione.

L' Ebreo cade sulla scala
e la scala si arrossa
e tu sbruffone vieni qui
e porta un macigno doppio.

Lo prendo doppio lo prendo triplo
io mi chiamo Adonis
e se sei un uomo vieni qui
sull'aia di marmo*.

* Nell'epica bizantina, Charos sfidava sulle aie di marmo o di ferro i giovani cavalieri e, sconfittili, li trascinava nel Kato-Kosmos, l'oltretomba, a servire nel suo palazzo. Certamente qui si allude a Digène Akrìtas, l'eroe dell'omonimo poema medievale, caduto a trentatrè anni nella sfida con la Morte, che con grande frequenza ricorre nella poesia neogreca, quando si vogliono esaltare gli eroismi del popolo nelle lotte per l'indipendenza e la libertà.








Όταν τελειώσει ο πόλεμος


Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Χαρά του κόσμου, έλα στην πύλη
να φιληθούμε μες στο δρόμο
ν αγκαλιαστούμε στην πλατεία.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Στο λατομείο ν αγαπηθούμε
στις κάμαρες των αερίων
στη σκάλα, στα πολυβολεία.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Έρωτα μες στο μεσημέρι
σ όλα τα μέρη του θανάτου
ώσπου ν αφανιστεί η σκιά του.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.


Quando finirà la guerra

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Gioia del mondo, vieni alla porta
che ci baceremo in mezzo alla strada
che ci abbracceremo in mezzo alla piazza.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Nella cava ci dobbiamo amare
nelle camere del gas
sulla scalinata, sulle torrette dei guardiani.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Amore in pieno mezzogiorno
in tutti i posti della morte
fino a che la sua ombra non sparirà.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.






Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Μοίρα κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου! Πνευματικό Εμβατήριο, Σικελιανός









Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το ποίημα, αλλά σε κείμενο που φαίνεται να βασίζεται στη μελοποίηση Θεοδωράκη, που παραλείπει μερικές λέξεις σε σχέση με τη μορφή που βρήκα στο περιοδικό. Επίσης, το κείμενο που κυκλοφορεί έχει ευπρεπιστεί γλωσσικά σε μερικά σημεία· ο Σικελιανός έγραφε «σκέψες, πνέμμα, η άμπελο», όχι «σκέψεις, πνεύμα, η άμπελος» της σημερινής, μετά την ήττα, δημοτικής. Διόρθωσα σε μερικά σημεία την ορθογραφία (π.χ. το φωτογόνι το έκανα φωτογώνι).




ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ



Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν


όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου

όπου χρόνια,

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το Ναό

γιγάντιες σκέψες

σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα

σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα

άναβαν στο νου μου,

τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή

στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!


Γι’ αυτό δεν είπα:


Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.

Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,

και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,

καταβολάδα του Εμπυραίου,

με την δάδα τούτην,

ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,

όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης

ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου,

Ελλάδα!


Είπα κι εβάδισα


κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι

στο Καύκασό Σου

και το κάθε πάτημά μου

ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο

τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου

τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου

γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα

καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.


Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,


καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου

της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου

βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,

καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης

όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!


Κ’ είπα:


Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου

οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,

γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.

Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,

μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.

Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα

του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,

μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους

όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!


Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!


Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,

να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει

ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει

τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!

Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,

και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:


«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,


ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!

Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του

ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»


"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας


στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!

Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα

τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!

Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση

δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει

τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του

στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου

και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!

Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι

βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!


Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει


στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.

Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!

Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας

να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου

πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!

Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,

τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.

Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,

και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.


Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.


Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,

σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»



Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι


(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν


όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

http://www.sarantakos.com/kibwtos/elgr/sikelianos_pneumemb.html










Ποίηση Άγγελου Σικελιανού
Μουσική Μίκη Θεοδωράκη
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης & χορωδία
Παίζει η συμφωνική ορχήστρα του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.


Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.








Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...














Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.








Μέρος 7
Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...





Μέρος 8
Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.






Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή..Γιώργος Σεφέρης





ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.






ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.