Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Αν η αγάπη μ΄αρνηθεί θα μεθύσω με κρασί το "αγόρι" μου αν βρω θα μεθύσω με νερό




Στη Κατρίν μου


Αν η αγάπη

Αν η αγάπη έρθει στο κρεβάτι
δε θα κλείσω μάτι δε θα κοιμηθώ
θα την κρατήσω δε θα σταματήσω
δε θα κάνω πίσω θα παραδοθώ

Αν η αγάπη είναι μόνο πάρτι
έξω από το χάρτη δίχως γυρισμό
θα προχωρήσω δε θα κάνω πίσω
μέχρι ν΄αντικρίσω εκείνη που αγαπώ

Αν η αγάπη μ΄αρνηθεί
θα μεθύσω με κρασί
το κορίτσι μου αν βρω
θα μεθύσω με νερό

Αν η αγάπη είναι αυτό που λένε
τα δάκρυα που καίνε χείλη δροσερά
όσοι αγαπάνε κάτω δεν πατάνε
νιώθουν πως πετάνε ανοίγουνε φτερά

Αν η αγάπη μ΄αρνηθεί
θα μεθύσω με κρασί
το κορίτσι μου αν βρω
θα μεθύσω με νερό





Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δε σκέφτηκα Εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα



Ψίθυροι καρδιάς

Μουσική/Στίχοι: Νικολόπουλος
Χρήστος/Γιαννατσούλια Ελένη

Καράβι το φεγγάρι στο σώμα κύλησε
για άνομα πελάγη κρυφά μας μίλησε
Με μάτια αναμμένα, με λόγια ανήμερα
κατάργησα για σένα σταθμούς και σύνορα

Τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δε σκέφτηκα
Εγώ μέχρι θανάτου σε ερωτεύτηκα
Σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα
κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα

Καράβι το φεγγάρι μες στο κρεβάτι μας
τα χάδια μας λυτρώνει και την αγάπη μας
Σε χάρτες και σε πόλεις με ψίθυρους καρδιάς
θα καίγονται όσα φως μου δεν ήτανε για μας

Τι πρέπει, τι δεν πρέπει...









Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο του βαποριού που φεύγει, τίποτ' άλλο. Nαπολέων Λαπαθιώτης



ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ
ΙΙ


Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μεσ' στη νύχτα, - τίποτ' άλλο.

Μια φωνή, που γροικιέται μέσ' στο σάλο,
και που σε λίγο, παύει, - τίποτ' άλλο.

Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
του βαποριού που φεύγει, - τίποτ' άλλο.

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,
στα βάθη του μυαλού μου. - Τίποτ' άλλο

Εδώ



Ποίηση:Nαπολέων Λαπαθιώτης
Μουσική:Λουδοβίκος των ανωγείων& Ομαδική Απόδραση
Το ρόδο της ερήμου


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

C'etait l'ete evidemment..




Il venait d'avoir 18 ans

Il venait d'avoir dix-huit ans
Il etait beau comme un enfant
fort comme homme
C'etait l'ete evidemment
et j'ai compte en le voyant
mes nuits d'automne
J'ai mis de l'ordre a mes cheveux
un peu plus de noir sur mes yeux
ca l'a fait rire
Quand il s'est approche de moi
j'aurais donne n'importe quoi
pour le seduire
Il venait d'avoir dix-huit ans
C'etait le plus bel
argument de sa victoire
Il ne m'a pas parle d'amour
Il pensait que les mots d'amour
sont derisoires
Il m'a dit : "J'ai envie de toi"
Il avait vu au cinema "le ble en herbe"
Au creux d'un lit improvise
j'ai decouvert emerveillee
un ciel superbe
Il venait d'avoir dix-huit ans
ca le rendait presque
insolent de certitude
Et pendant qu'il se rhabillait
deja vaincue, je retrouvais ma solitude
J'aurais voulu le retenir
pourtant je l'ai laisse partir
sans faire un geste
Il m'a dit : "c'etait pas si mal"
avec la candeur infernale de sa jeunesse
J'ai mis de l'ordre a mes cheveux
un peu plus de noir sur mes yeux
par habitude
J'avais oublie simplement
que j'avais deux fois dix-huit ans







Je suis malade

Je ne rêve plus
Je ne fume plus
Je n'ai même plus d'histoire
Je suis sale sans toi
Je suis laide sans toi
Comme une orpheline dans un dortoir
Je n'ai plus envie
De vivre ma vie
Ma vie cesse quand tu pars
Je n'ai plus de vie
Et même mon lit
Se transforme en quai de gare
Quand tu t'en vas...
Je suis malade
Complètement malade
Comme quand ma mère sortait le soir
Et qu'elle me laissant seule avec mon désespoir
Je suis malade
Parfaitement malade
T'arrive on ne sait jamais quand
Tu repars on ne sait jamais où
Et ça va faire bientôt deux ans
Que tu t'en fous...
Comme à un rocher
Comme à un péché
Je suis accroché à toi
Je suis fatiguée, je suis épuisée
De faire semblant d'être heureuse
Quand ils sont là
Je bois toutes les nuits
Mais tous les whiskys
Pour moi ont le même goût
Et tous les bateaux
Portent ton drapeau
Je ne sais plus où aller tu es partout...
Je suis malade
Complètement malade
Je verse mon sang dans ton corps
Et je suis comme un oiseau mort
Quand toi tu dors
Je suis malade
Parfaitement malade
Tu m'as privée de tous mes chants
Tu m'as vidée de tous mes mots
Pourtant moi j'avais du talent
Avant ta peau...
Cet amour me tue
Si ça continue
Je crèverai seule avec moi
Près de ma radio
comme un gosse idiot
j'écouterai ta propre propre voix qui me chantera...
Je suis malade
Complètement malade
Comme quand ma mère sortait le soir
Et qu'elle me laissait seule avec mon désespoir
Je suis malade
c'est ça je suis malade
Tu m'as privée de tous mes chants
Tu m'as vidée de tous mes mots
Et j'ai le coeur complètement malade
Cerné de barricades
T'entends... Je suis malade...







Paroles, Paroles

C'est étrange, je ne sais pas ce qui m'arrive ce soir
Je te regarde comme pour la première fois
Encore des mots toujours des mots les mêmes mots
Je ne sais plus comment te dire
Rien que des mots
Mais tu es cette belle histoire d'amour que je ne cesserai jamais de lire
Des mots faciles des mots fragiles c'était trop beau
Tu es d'hier et de demain
Bien trop beau
De toujours ma seule vérité
Mais c'est fini le temps des rêves
Les souvenirs se fanent aussi quand on les oublient
Tu es comme le vent qui fait chanter les violons
et emporte au loin le parfum des roses
Caramels, bonbons et chocolats
Par moments, je ne te comprends pas
Merci, pas pour moi mais
Tu peux bien les offrir à une autre
Qui aime le vent et le parfum des roses
Moi les mots tendres enrobés de douceur
Se posent sur ma bouche
Mais jamais sur mon cœur
Une parole encore

Paroles et paroles et paroles
Écoute-moi
Paroles et paroles et paroles
Je t'en prie
Paroles et paroles et paroles
Je te jure
Paroles et paroles et paroles et paroles
Paroles et encore des paroles que tu sèmes au vent

Voilà mon destin te parler, te parler comme la première fois
Encore des mots toujours des mots les mêmes mots
Comme j'aimerais que tu me comprennes
Rien que des mots
Que tu m'écoutes au moins une fois
Des mots magiques des mots tactiques qui sonnent faux
Tu es mon rêve défendu
Oui tellement faux
Mon seul tourment et mon unique espérance
Rien ne t'arrêtes quand tu commences
Si tu savais comme j'ai envie d'un peu de silence
Tu es pour moi la seule musique
qui fait danser les étoiles sur les dunes
Caramels, bonbons et chocolats
Si tu n'existais pas déjà... je t'inventerais
Merci pas pour moi, mais
Tu peux bien les offrir à une autre
qui aime les étoiles sur les dunes
Moi les mots tendres enrobés de douceur
Se posent sur ma bouche mais jamais sur mon cœur
Encore un mot juste une parole

Paroles et paroles et paroles
Écoute-moi
Paroles et paroles et paroles
Je t'en prie
Paroles et paroles et paroles
Je te jure
Paroles et paroles et paroles et paroles
Paroles et encore des paroles que tu sèmes au vent
Que tu es belle !
Paroles et paroles et paroles
Que tu est belle !
Paroles et paroles et paroles
Que tu es belle !
Paroles et paroles et paroles
Que tu es belle !
Paroles et paroles et paroles et paroles
Paroles et encore des paroles que tu sèmes au vent.





Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

..Πως το βράδυ μονάχη μιλούσα Σαν να σ' είχα κοντά μου μαζί Κι όταν νύχτωσε 'κει που γυρνούσα Είπα να ζει κανείς η να μη ζει..



































GreekRetro





"Παπαρούνα χαρωπή οι διαβάτες που διαβαίνουν
Σ' αγαπούνε μα σωπαίνουν και κανένας δεν θα σου πει
Παπαρούνα φλογερή παπαρούνα μυρωμένη"




Δαυίδ Ναχμίας
εκπομπή ΙΧΝΗΛΑΤΕΣ 2002

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, τραγουδίστρια, μουσικός, συγγραφέας, καθηγήτρια της ελληνικής λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Σαντιάγκο της Χιλής καθώς και φωνητικής μουσικής σε πολλά ωδεία. Γεννήθηκε μεν στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου του 1913 (κατά άλλους 1911) αλλά τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στη Γαλλία (Παρίσι και Μασσαλία). Το 1935 πρωτοεμφανίζεται ως δημοσιογράφος ενώ ένα χρόνο μετά το 1936 ασχολείται πλέον επαγγελματικά με το καλλιτεχνικό της πάθος που ήταν το τραγούδι. Τη τέχνη του τραγουδιού διδάχθηκε από την εξαίρετη τότε καλλιτέχνιδα Μάγγη Καρατζά. Έτσι αργότερα συμμετέχει στη Μάντρα του Αττίκ με ίδιο καλλιτεχνικό όνομα Δανάη όπου και διέπρεψε ως η καλλίτερη ερμηνεύτρια των αξιόλογων συνθέσεων του Αττίκ και Χαιρόπουλου, αποδίδοντας επίσης με εξαιρετική επιτυχία ελληνικά δημοτικά τραγούδια καθώς και ιδιότυπες ισπανικές μελωδίες.

Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος η Δανάη κατέφυγε στα Τρίκαλα όπου και διέμενε η αδελφή της. Το 1946 βρίσκεται καθηγήτρια φωνητικής μουσικής στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και στη Δραματική Σχολή Ευγ. Χατζίσκου. Στην περίοδο της Χούντας διετέλεσε καθηγήτρια "τιμής ένεκεν" στην έδρα Ελληνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο και κατά την περίοδο 1972-1973 τακτική έμμισθη καθηγήτρια στο αυτό Πανεπιστήμιο.
Είναι μέλος της Εταιρίας Στιχουργών και Μουσικοσυνθετών Ελλάδος, της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής Αλληλεγγύης με την Χιλή, του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών κ.ά. Επίσης η Δανάη έχει δώσει σειρά διαλέξεων σε Πανεπιστήμια της Χιλής καθώς και πολλά ρεσιτάλ με ελληνικά τραγούδια. Έχει τιμηθεί με πολλές καλλιτεχνικές διακρίσεις, επαίνους, δύο βραβεία για τους στίχους της καθώς και ειδικό βραβείο της Προεδρίας της Χιλής επί Αλλιέντε στο Φεστιβάλ του Χιλιανού ελαφρού τραγουδιού το 1972. Η Δανάη ομιλεί επίσης γαλλικά, ισπανικά και αγγλικά και είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Διατηρεί δε άριστες σχέσεις με την Χιλιανή Πρεσβεία των Αθηνών.

Στο πλούσιο συγγραφικό της έργο ξεχωριστή θέση κατέχουν οι μεταφράσεις της, στίχων του Παύλου Νερούδα. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία καθώς και τον δίσκο «Τα ποιο όμορφα τραγούδια του Αττίκ». Επίσης διατηρεί το ψευδώνυμο «Αργυρώ Καλιγά».
Υπεύθτνη εκπομπής: Δήμητρα Γκουντούνα. Καλλιτεχνικός σύμβουλος Αλέξης Κώστας. Τραγούδησε η Νένα Βενετσάνου Nena Venetsanou Έπαιξαν οι μουσικοί: μπάσο: Χάρης Μέρμιγκας Mermigas Mermingas. Βιολί: Λέιντα Ταχιράτζ Leida Tahiraj. Τσέλλο: Ρία Αναστασίου Ria Anastasiou. Κρουστά: Αλέξης Κώστας Alexis Kostas. Κιθάρα: Νίκος Μανιταράς Nikos Manitaras. πιάνο: Δαυίδ Ναχμίας. Μαντολίνο: Μιχάλης Σωτηράκης Mihalis Sotirakis


«Εβγα Δανάη στη σκηνή/ με τη γλυκιά σου τη φωνή/ που τις καρδιές τυλίγει,/ με δυο τραγούδια σου απαλά/ αλλιώτικα η ζωή κυλά/ και άλλα νιώθει ρίγη...», έλεγε ο θεατρικός συγγραφέας Δημήτρης Γιαννουκάκης (1938)





Στη «Μάντρα» του Αττίκ

Ηταν στα τέλη του 1935, όταν η Δανάη Στρατηγοπούλου βρίσκεται για πρώτη φορά μπροστά στον διάσημο πρωτεργάτη της θρυλικής «Μάντρας», τον Αττίκ. Η πρώτη ακρόαση τής δίνει το «διαβατήριο» για την έναρξη των εμφανίσεών της στη «Μάντρα», εκεί όπου χρίστηκε ως η ιδανική ερμηνεύτρια του ανεπανάληπτου Κλέονα Τριανταφύλλου (Αττίκ). «Ερμήνευα», αναφέρει η Δανάη, «τους εξαίσιους στίχους του Αττίκ - όπως και κάτι διαμάντια του Χαιρόπουλου - απλώς μελωδικά, αντί να τα λέω σε πρόζα. Ο Αττίκ ήξερε τι είδους φωνή θα χρησιμοποιούσα. Καταπληκτικές φωνές υπάρχουν πάντα και με διεθνή ακτινοβολία. Αλλά έλειπαν οι ερμηνευτικές ευαισθησίες». Γι' αυτό και ο Αττίκ, όταν έφτανε να αναγγείλει στο πρόγραμμα την Δανάη, αφού κοσμούσε με χίλια δυο στολίδια όλους τους καλλιτέχνες του, φώναζε μόνο μία και μόνη φρασούλα: «Και τώρα το βαρύ πυροβολικό της "Μάντρας", η Δανάη». Κι όπως έγραφε ο Αλέκος Λιδωρίκης, τον Απρίλιο του 1943: «Με την απλή μα ζεστή φωνή της, με την πολύτροπη ιδιοσυγκρασία της, με το μυστήριο της παιδιάστικα ανήσυχης ψυχής της, παρθενική και αμαρτωλή, ωραία και άσχημη, εύθυμη και μελαγχολική, αλλά ποτέ desperado είναι η Δανάη. Ποιος δεν την άκουσε, έστω και μια φορά στο "Θα ξανάρθεις, όσα χρόνια κι αν περάσουν θα ξανάρθεις...", στα τραγούδια του Αττίκ και του Λαλάκη Χαιρόπουλου; Ποιος δεν τη χάρηκε σαν Ανταλούζα, την αθάνατη Παλόμα, τη Μαδριλένα, τη Μαγιάρ, σε καντσονέτες σπανιόλικες, συναρπαστικές, που την απόδοσή τους θα ζήλευε ακόμη και αυτή η Ράκελ Μέλερ; Μα, πάνω απ' όλα, η Δανάη είναι Ρωμιά στη σκέψη, στην εκδήλωση, στους πόθους...».

Με το πέρασμα του χρόνου, η Δανάη έχει πλέον καθιερωθεί ως μεγάλη τραγουδίστρια, όχι μόνο στη «Μάντρα», αλλά και στη συνείδηση του κόσμου. Οπου κι αν τραγούδησε στη συνέχεια, σε θέατρα, σε κέντρα, γνωρίζει το θαυμασμό, τη λατρεία. Η ύπαρξή της - συνυφασμένη απόλυτα με τον πιστό, μελωδικό της σύντροφο, την κιθάρα της. «Θα σας παρουσιάσουμε τη Δανάη με την κιθάρα της», ήταν η φράση που ανακοίνωνε κάθε εμφάνισή της, σε κέντρο, σε ραδιόφωνο, σε θέατρο.





Ανυπότακτη αγωνίστρια



Με τον πόλεμο του 1940, η Δανάη βρίσκεται στο δικό της χαράκωμα. Με τη φωνή και την κιθάρα της, προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της ψυχής των τραυματιών. Ανάμεσά τους και ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης. «Από το πρωί μέχρι το βράδυ, γύριζα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, από κρεβάτι σε κρεβάτι, από τραυματία σε τραυματία. Ολομόναχη. Με την κιθάρα και τον πατριωτικό μου πυρετό. Πόσα τραγούδια έλεγα κάθε μέρα; Πόσες ώρες πετσόκοβα τα δάχτυλά μου στις χορδές της κιθάρας, ούτε που το σκέφτηκα ποτέ μου. Ενα τραγούδι δεν αντικαθιστά ένα ακρωτηριασμένο μέλος.... Η καλλιτέχνις δεν επιδένει πληγές, ούτε κάνει ενέσεις. Προσφέρει το τραγούδι της, τη μουσική, ως αναισθητικό των πόνων και βάλσαμο για τα ψυχικά τραύματα της νοσταλγίας και της αποθάρρυνσης». Μετέχοντας στην Εθνική Αλληλεγγύη, η Δανάη δίνει το δικό της αγώνα κατά των κατακτητών και μεταβάλλει την κιθάρα της σε όργανο «πολέμου». «Στη σαρανταπεντάχρονη τραγουδιστική μου σταδιοδρομία», αναφέρει, «ποτέ άλλοτε δε θυμάμαι να τραγούδησα σε τόσο ενθουσιώδες κοινό, όσο στην Κατοχή. Βλήματα φονικά αποτελούσαν τα δημοτικά μας τραγούδια και οι διφορούμενες μαντινάδες. Είδα νέους να ζητωκραυγάζουν στο άκουσμα των κλέφτικων τραγουδιών μας. Ηλικιωμένους να κλαίνε από συγκίνηση με το "Ο Γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει...". Μου φιλούσαν τα χέρια, ζητούσαν περισσότερα τραγούδια, τα είχαν ανάγκη». Και παράλληλα, αφοσιωμένη στην Εθνική Αντίσταση του λαού μας (στην Κατοχή, η Δανάη κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο Ελένη Σοφιανοπούλου), αγωνιζόταν να εξασφαλίσει λίγο φαγητό για τους πεινασμένους, να μεταφέρει ένα πατριωτικό μήνυμα, να βοηθήσει κάποιον που κινδύνευε.

Η στάση της - ανυπότακτη και στους χώρους που εμφανιζόταν, καθώς δεν παρέλειπε στα χρόνια που όλα τα πλάκωνε η σκλαβιά, μαζί με «τους Χαιρόπουλους και τους Αττίκ» της, να ερμηνεύει και δημοτικά τραγούδια. Η τόλμη της να τραγουδήσει τη «Σαμιώτισσα» το 1942, στο «Αλσος» όπου εμφανιζόταν, τη φέρνει για μια ακόμη φορά αντιμέτωπη με τους κατακτητές. Με την κατηγορία της υποδαύλισης επαναστατικών διαθέσεων, φυλακίζεται από τους Γερμανούς και στη συνέχεια ζει την αγωνιώδη κούρσα της καταδίωξής της. Στα χρόνια της Κατοχής, γνωρίζεται με τον ΕΑΜίτη συναγωνιστή της Γιώργο Χαλκιαδάκη, τον οποίο παντρεύεται το 1945, αλλά χάθηκε πρόωρα. Η μαχόμενη αγωνίστρια δε διώχτηκε μόνον από τους Γερμανούς, καθώς η καταδίωξή της συνεχίστηκε και μεταπολεμικά από τα Τάγματα Ασφαλείας. Ενα βράδυ στο «Αλσος» την κατέβασε κάτω μια παρακρατική οργάνωση με τα πολυβόλα. «Μου είπαν, εσύ είσαι Βουλγάρα, δεν πρέπει να τραγουδάς στην Ελλάδα». Με την ίδια λογική που της αποδόθηκε η «βουλγαρική ιθαγένεια», έκλεισαν τότε για την Δανάη και οι δίαυλοι επικοινωνίας της με το κοινό. «Με έκοψαν από το ραδιόφωνο, με έκοψαν από παντού», αναφέρει.





Στη Χιλή, τη «δεύτερη πατρίδα»



Τον Ιούλιο του 1965, η Δανάη φτάνει για πρώτη φορά στη Χιλή, όπου ζει η αδελφή της Μίρκα. «Ηταν μοιραίο για μένα να βρεθώ εκεί, άλλαξε η ζωή μου...», έλεγε χρόνια αργότερα, αναπολώντας τη Χιλή του Αλιέντε και του Νερούδα, που πάντα ποθεί να ξαναδεί. Η γνωριμία της με τον Πάμπλο Νερούδα και το μοναδικό πνεύμα του ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της Δανάης. «Με τη συνεργασία μας με τον Νερούδα», αναφέρει, «που περιλάμβανε και ένα καταπληκτικό έργο που το θεωρώ άθλο, την επιτυχημένη δηλαδή έκδοση ενός δίσκου με τραγούδια βασισμένα σε ποίηση Νερούδα και σύνθεση δική μου, που τα τραγούδησα στα χιλιανά - και ήταν η πρώτη φορά που μελοποιείτο ποίηση του Νερούδα - μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω καλύτερα σαν άνθρωπο». Η συνεργασία με τον κορυφαίο ποιητή έδωσε στην Δανάη την ευκαιρία, την έμπνευση να προχωρήσει στις μεταφράσεις του έργου του. Στο διάστημα της πρώτης εξάμηνης παραμονής της στη Χιλή (περιμένοντας να γνωρίσει τον Νερούδα), η Δανάη τελειοποίησε τις γνώσεις της στα ισπανικά και βοήθησε αποτελεσματικά τον σπουδαίο Χιλιανό ελληνιστή Μιγέλ Καστίγιο Ντιντιέ να μεταφράσει στα Ισπανικά την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη.

Στο ίδιο διάστημα πραγματοποιεί συναυλίες, μαγεύοντας Χιλιανούς, Αργεντινούς και Περουβιανούς με τη φωνή της, ενώ μετέχει σε επιστημονική ερευνητική αποστολή στη Γη του Πυρός και ασχολείται με τη Λαογραφία. Τρεις μήνες μετά την επιστροφή της στην Αθήνα, η χούντα των συνταγματαρχών γίνεται η αιτία να πάρει το δρόμο της αυτοεξορίας πλέον στη Χιλή, όπου θα μείνει έξι χρόνια. Ζει στο ρυθμό της πνευματικής ζωής της Χιλής και διορίζεται τακτική καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγκο, όπου διδάσκει στα ισπανικά Ελληνική Λαογραφία και Δημοτική Ποίηση. Η Δανάη μεταφράζει το «Κάντο Χενεράλ» (11 τόμοι), που βραβεύεται σε διεθνή διαγωνισμό της Λιψίας, μπολιάζοντας τα κείμενά του με αποδόσεις που έχουν την προσωπική της σφραγίδα. Ακολουθεί ένας ποταμός λογοτεχνικών, ποιητικών, λαογραφικών έργων και άρθρων της, που προβάλλουν την Ελλάδα, όπως το «Cantos de los Griegos», που περιλαμβάνει μεταφρασμένα στα ισπανικά γνωστά δημοτικά μας τραγούδια. Γίνεται μέλος του «Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Μελετών», στο οποίο συμμετέχουν συνάδελφοί της καθηγητές όπως οι Μιγέλ Καστίγιο, Εκτορ Χερέρα κ.ά.

Τρέφοντας απεριόριστο θαυμασμό για τον Νερούδα, τον «Ομηρο του 20ού αιώνα της αμερικάνικης κοσμογονίας» και την τέχνη του, η Δανάη αναφέρει μεταξύ άλλων: «Είναι ο άνθρωπος που ταυτίστηκε με τον κόσμο της δουλιάς, τον πάντα αδικημένο σ' αυτόν τον πλανήτη. Και όχι με λόγια. Είναι ο ποιητής, που η ποίησή του δεν είναι καμωμένη από λόγια, αλλά από έργα. Ο στίχος του είναι έργο - ποίημα. Το βλέπεις, το πιάνεις στη χούφτα σου, το ακουμπάς στην καρδιά σου κι ακούγεται διπλό τικ - τακ...». Αυτή τη μεγάλη ποίηση ακούμπησε στην καρδιά της η Δανάη, αφουγκράστηκε την ομορφιά και το μεγαλείο της και την έφερε κοντά στον ελληνικό λαό μέσα από σπουδαίες μεταφράσεις. Η ελληνική ευαισθησία της έσμιξε «με τον αντρίκειο χιλιανό λόγο και γέννησε στα Γράμματά μας τον Ελληνα Νερούδα» όπως έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος, αναφερόμενος στο μεταφραστικό έργο της. Η Δανάη, ζώντας στη Χιλή τις μέρες της ανάτασης του 1970, τότε που εκλέχτηκε Πρόεδρος ο Αλιέντε, αναπολεί: «Η συγκίνησή μου δεν περιγράφεται, όταν σε λίγο χρόνο από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Πρόεδρος Σαλβατόρ Αλιέντε απευθύνει προσκλητήριο πρόσταγμα στα πέρατα του κόσμου. "Ελάτε να δείτε τι έχουμε καταφέρει στη Χιλή". Προσωπικότητες από όλο τον κόσμο συρρέουν στην πρωτεύουσα του Σαντιάγο... Στη μεγάλη εκδήλωση που ακολούθησε αυτό το προσκλητήριο, στο Δημοτικό Θέατρο της Χιλής, μπροστά σε προσωπικότητες διεθνούς κύρους και μυριάδες κόσμου, ήμουνα η επίσημη διερμηνέας στα ισπανικά». Το πραξικόπημα της στρατιωτικής χούντας του Πινοτσέτ, ο βίαιος θάνατος του Αλιέντε και λίγο μετά του Νερούδα οδηγούν την Δανάη και πάλι στην Ελλάδα, μετά από εξάχρονη απουσία. Ομως, η Χιλή, ο λαός της, η ποίησή της πάντοτε τη συνοδεύουν. Εξάλλου, όπως λέει, «η Χιλή έγινε η δεύτερη πατρίδα μου. Και, βέβαια, ο Πάμπλο Νερούδα έγινε ο αγαπημένος μου φίλος. Ως την ώρα που κι εκεί τα τανκς ισοπέδωσαν τη Χιλή και τον Νερούδα». Η βράβευσή της με το παράσημο Orden Libertador Bernardo O' Higgins της Δημοκρατίας της Χιλής - απονέμεται σε εξέχουσες προσωπικότητες των Γραμμάτων, Τεχνών και Πολιτικής - είναι το «ευχαριστώ» του χιλιανού λαού για την προσφορά στον πολιτισμό τους, για τη διάδοση του έργου του Νερούδα, αλλά και της Γαβριέλας Μιστράλ, της Χιλιανής ποιήτριας που επίσης βραβεύτηκε με Νόμπελ.
www.rizospastis.gr



«Η ηλικία του κάθε ανθρώπου είναι μια εσωτερική υπόθεση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι έδωσαν ό,τι έδωσαν μέχρι τα είκοσί τους, ενώ άλλοι άρχισαν ως μεσήλικες ή ηλικιωμένοι. Δεν έχω σταματήσει να ενδιαφέρομαι για τη ζωή γύρω μου κι αυτό είναι ζωή, νομίζω...».




ΠΕΡΙ ΕΝΤΟΜΟΚΤΟΝΩΝ

Τρία παιδάκια παίζουνε
Τρία άσκημα παιδάκια
Ένα κίτρινο
Ένα κόκκινο
Ένα μαύρο
Παίζανε
Στις 6 Αυγούστου του 1945 μετά Χριστόν
Στη Χιροσίμα
Τώρα πια δεν παίζουνε
Καλά να πάθουν
Ποιός τους είπε
Να είναι κιτρινοκοκκινόμαυρα
Κι όχι ροδαλά
Σαν τον Κλωντ Ήδερλυ