Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Μοίρα κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου! Πνευματικό Εμβατήριο, Σικελιανός









Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το ποίημα, αλλά σε κείμενο που φαίνεται να βασίζεται στη μελοποίηση Θεοδωράκη, που παραλείπει μερικές λέξεις σε σχέση με τη μορφή που βρήκα στο περιοδικό. Επίσης, το κείμενο που κυκλοφορεί έχει ευπρεπιστεί γλωσσικά σε μερικά σημεία· ο Σικελιανός έγραφε «σκέψες, πνέμμα, η άμπελο», όχι «σκέψεις, πνεύμα, η άμπελος» της σημερινής, μετά την ήττα, δημοτικής. Διόρθωσα σε μερικά σημεία την ορθογραφία (π.χ. το φωτογόνι το έκανα φωτογώνι).




ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ



Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν


όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου

όπου χρόνια,

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το Ναό

γιγάντιες σκέψες

σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα

σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα

άναβαν στο νου μου,

τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή

στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!


Γι’ αυτό δεν είπα:


Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.

Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,

και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,

καταβολάδα του Εμπυραίου,

με την δάδα τούτην,

ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,

όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης

ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου,

Ελλάδα!


Είπα κι εβάδισα


κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι

στο Καύκασό Σου

και το κάθε πάτημά μου

ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο

τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου

τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου

γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα

καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.


Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,


καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου

της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου

βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,

καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης

όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!


Κ’ είπα:


Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου

οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,

γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.

Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,

μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.

Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα

του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,

μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους

όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!


Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!


Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,

να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει

ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει

τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!

Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,

και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:


«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,


ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,

κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!

Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,

σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!

Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του

ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»


"Ομπρός, οι δημιουργοί... Την αχθοφόρα ορμή Σας


στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!

Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα

τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!

Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση

δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει

τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του

στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου

και το μακρά και το σιμά για με πια είν' ένα!

Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι

βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!


Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει


στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.

Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!

Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας

να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου

πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!

Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,

τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.

Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,

και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.


Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.


Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,

σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,

σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»



Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι


(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν


όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα

τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια

για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του

και τους κρεμνούσε ως άρματα

στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

http://www.sarantakos.com/kibwtos/elgr/sikelianos_pneumemb.html










Ποίηση Άγγελου Σικελιανού
Μουσική Μίκη Θεοδωράκη
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης & χορωδία
Παίζει η συμφωνική ορχήστρα του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.


Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.








Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...














Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.








Μέρος 7
Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...





Μέρος 8
Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.






2 σχόλια:

mareld είπε...

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...

Aνεμος είπε...

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.