Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Φαραντούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Φαραντούρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Έφυγ' η μέρα μας πικρή κι άρχισε να βραδιάζει, μες στο τραγούδι το αίμα μου κόμπο τον κόμπο στάζει..




Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Ζωγράφος || Αλέξια

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.









Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Να 'χα δυο χέρια, δυο σπαθιά
να σε σκεπάσω αγάπη μου
να μη σ' αγγίζει ο πόνος.
Να 'μουν αητός, να 'χα φτερά
για να σε πάρω μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Πήρα τους δρόμους τ' ουρανού
τα σύννεφα κυνήγησα
μίλησα με τ' αστέρια.
Έψαξα νότο και βοριά
για να σου φέρω τη χαρά
μα έμεινα μ' άδεια χέρια.

Έφυγ' η μέρα μας πικρή
κι άρχισε να βραδιάζει,
μες στο τραγούδι το αίμα μου
κόμπο τον κόμπο στάζει.

Ho preso le strade del cielo

Avessi due mani, due spade
per coprirti amore mio
per non farti toccare dal dolore.
Fossi aquila, avessi ali
per portarti lontano
per non farti trovare dal tempo.

Fugge via il nostro giorno, amaro
e comincia ad annottare
nel canto il mio sangue
grumo a grumo gocciola.

Ho preso le strade del cielo
le nuvole ho inseguito
ho parlato con le stelle.
Ho cercato a sud e a nord
per portarti la felicità
ma son rimasto a mani vuote.

Fugge via il nostro giorno, amaro
e comincia ad annottare
nel canto il mio sangue
grumo a grumo gocciola.







Ο Δραπέτης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Ο Γιάννος Μπερ απ το βοριά
το σύρμα δεν αντέχει.
Κάνει καρδιά, κάνει φτερά,
μες στα χωριά του κάμπου τρέχει.

"Δώσε, κυρά, λίγο ψωμί
και ρούχα για ν αλλάξω.
Δρόμο να κάνω έχω μακρύ,
πάν από λίμνες να πετάξω."

Όπου διαβεί κι όπου σταθεί
φόβος και τρόμος πέφτει.
Και μια φωνή, φριχτή φωνή
"κρυφτείτε απ τον δραπέτη".

"Φονιάς δεν είμαι, χριστιανοί,
θεριό για να σας φάω.
Έφυγα από τη φυλακή
στο σπίτι μου να πάω."

Α, τι θανάσιμη ερημιά
στου Μπέρτολτ Μπρεχτ τη χώρα.
Δίνουν το Γιάννο στους Ες-Ες,
για σκότωμα τον πάνε τώρα.


Il fuggiasco

Gianni Ber spinto dalla tramontana
non sopporta il filo spinato
Si fa coraggio mette le ali,
corre nei paesi della pianura.

"Dammi signora, un po' di pane
e un vestito per cambiarmi.
Ho da fare una lunga strada,
ho da volare sopra le paludi".

E dove passa e dove si ferma
calano terrore e paura.
E una voce, una voce terribile
"Nascondetevi, c'è il fuggiasco"


"Cristiani, non sono un assassino,
o una belva che vi divori.
Son fuggito di prigione..
per tornarmene a casa"

Ah, che deserto mortale
nella patria di Bertold Brecht.
Consegnano Gianni alle SS
ed ora vanno a fucilarlo.








Αντώνης

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Εκεί στη σκάλα την πλατιά
στη σκάλα των δακρύων
στο Βίνερ Γκράμπεν το βαθύ
το λατομείο των θρήνων

Εβραίοι κι αντάρτες περπατούν
Εβραίοι κι αντάρτες πέφτουν,
βράχο στη ράχη κουβαλούν
βράχο σταυρό θανάτου.

Εκεί ο Αντώνης τη φωνή
φωνή, φωνή ακούει
ω καμαράντ, ω καμαράντ
βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα.

Μα κει στη σκάλα την πλατιά
και των δακρύων τη σκάλα
τέτοια βοήθεια είναι βρισιά
τέτοια σπλαχνιά είν κατάρα.

Ο Εβραίος πέφτει στο σκαλί
και κοκκινίζει η σκάλα
κι εσύ λεβέντη μου έλα εδω
βράχο διπλό κουβάλα.

Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό
μένα με λένε Αντώνη
κι αν είσαι άντρας, έλα εδώ
στο μαρμαρένιο αλώνι.


Antonis

There on the wide staircase
the staircase of tears
in willegraben the deep
stone quarry of lamentations

Jews and partisans walk
Jews and partisans fall down
a rock they carry on their back
a rock a cross of death

There Antonis to the voice
the voice, voice he listens
oh camarand, oh camarand
help me to climb the stairs

But there on the wide staircase
that staircase of tears
such a help is an insult
such compassion can be a curse

The Jew falls on the step
and the staircase bleeds crimson
and you young lad come over here
a double rock you’ll carry

I’ll take a double, a triple I’ll take
me, they cal me Antoni
so come and meet me if you are a man
at the threshing circle, the one paved with marble*

*The marble threshing circle that is paved with marble, το μαρμαρενιο αλωνι: a connection to the heroic epic of Digenis Acritas of the Byzantione Middle ages, where Akritas showing a manly contempt for death, challenges Death himself to a duel on a marble paved threshing circle.


Adonis

Là sulla larga scalinata
la scalinata del pianto
nel profondo Wienergrab
la cava dei lamenti

Ebrei e ribelli camminano
Ebrei e ribelli cadono
un macigno portano sulle spalle
un macigno croce di morte.

Là Adonis la voce
la voce la voce sente
o compagno, o compagno
aiutami a salire la scala.

Ma lì sulla larga scalinata
la scalinata del pianto
un aiuto così è affronto
un sentimento così una maledizione.

L' Ebreo cade sulla scala
e la scala si arrossa
e tu sbruffone vieni qui
e porta un macigno doppio.

Lo prendo doppio lo prendo triplo
io mi chiamo Adonis
e se sei un uomo vieni qui
sull'aia di marmo*.

* Nell'epica bizantina, Charos sfidava sulle aie di marmo o di ferro i giovani cavalieri e, sconfittili, li trascinava nel Kato-Kosmos, l'oltretomba, a servire nel suo palazzo. Certamente qui si allude a Digène Akrìtas, l'eroe dell'omonimo poema medievale, caduto a trentatrè anni nella sfida con la Morte, che con grande frequenza ricorre nella poesia neogreca, quando si vogliono esaltare gli eroismi del popolo nelle lotte per l'indipendenza e la libertà.








Όταν τελειώσει ο πόλεμος


Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Μαουτχάουζεν - 1966

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Χαρά του κόσμου, έλα στην πύλη
να φιληθούμε μες στο δρόμο
ν αγκαλιαστούμε στην πλατεία.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Στο λατομείο ν αγαπηθούμε
στις κάμαρες των αερίων
στη σκάλα, στα πολυβολεία.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.

Έρωτα μες στο μεσημέρι
σ όλα τα μέρη του θανάτου
ώσπου ν αφανιστεί η σκιά του.

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
άμα τελειώσει ο πόλεμος
μη με ξεχάσεις.


Quando finirà la guerra

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Gioia del mondo, vieni alla porta
che ci baceremo in mezzo alla strada
che ci abbracceremo in mezzo alla piazza.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Nella cava ci dobbiamo amare
nelle camere del gas
sulla scalinata, sulle torrette dei guardiani.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.

Amore in pieno mezzogiorno
in tutti i posti della morte
fino a che la sua ombra non sparirà.

Ragazzina dagli occhi pieni di paura
ragazzina dalle mani intirizzite,
quando finirà la guerra
non mi dimenticare.






Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ως τη θωρεί πετιέται πάνου ο Άνεμος ο ακοίμιστος, Πουνέντες άντρας πονηρός κοιτάει τη μικρή κοιτάει κι ολόγλυκα της τραγουδάει







Ποίηση: Federico Garcia Lorca.
Ποιητική απόδοση: Οδυσσέας Ελύτης.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.
Μαρία Φαραντούρη, « ROMANCERO GITANO», 1967.
Άλλες ερμηνείες: Αρλέτα.


του ανέμου και της παινεμένης


Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη,
έρχεται μες στις ερημιές
από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη.

Ως τη θωρεί πετιέται πάνου
ο Άνεμος ο ακοίμιστος,
Πουνέντες άντρας πονηρός
κοιτάει τη μικρή κοιτάει
κι ολόγλυκα της τραγουδάει:

Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ειδώ
άσε με λίγο να σ' αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό.

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη,
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα, σπάθα αστραφτερή.

Άχου το κύμα πώς χλωμιάζει
ο κάμπος άκου πώς στενάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινό αγέρα:

Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κι όπου να ναι θα προφτάσει
ο Άνεμος και θα σ αρπάξει,
να τος χιμάει από ψηλά
γλείφεται γλώσσες τις εννιά.

Στο πρώτο σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα αλαφιασμένη
την αρωτάνε να τους πει
και κείνη λέει κι ανιστορεί.

Ενώ απ τη λύσσα του θερίο,
ο Άνεμος γυρνάει στο κρύο
παίρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.







la morte por el amor
χαμός από αγάπη

Τι είναι κείνο που φωτά, Μάνα, στα δώματα ψηλά;
-Κοιμήσου γιε μου κι είν' αργά σήμανε η ώρα έντεκα.
-Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια, είν' τα μπακίρια αστραφτερά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Τη φυσαρμόνικα γλυκά παίζανε Σεραφείμ γλυκά.
Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.

-Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους
σ' όλη τη γη, σ' όλους τους τόπους
κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά.

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ' τον ασβέστη.
Κι οι πόρτες τ' ουρανού χτυπούσαν κι όλα τα δάση αχολογούσαν
ψηλά δεν έβλεπες κανέναν κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.







Antonito El Camborio 1

Κάτου στης ακροποταμιάς το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς και στη Σεβίλλια πάει.

Τα κατσαρά του γυαλιστά πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαμψός από του φεγγαριού το φως.

Κάποτε λίγο σταματά, κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει και να το χρυσαφώσει.

Εκεί στης ακροποταμιάς το μονοπάτι να, τον φτάνουν
κάτω απ' τα κλώνια μιας φτελιάς χωροφυλάκοι και τον πιάνουν.

Αποβραδίς η ώρα οχτώ τον σέρνουν σε κελί μικρό
απέξω κάθονται φυλάνε πίνουν ρακί και βλαστημάνε.







Antonito El Camborio 2

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα φωνές ξεσκίσαν τον αγέρα.
Έμπηγε κάπρου δαγκωνιές μες στα ψηλά ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές και δελφινιού πηδήματα.

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν - ήταν έξι και δεν εμπόραε πια ν' αντέξει.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου
κι ασπρογαρούφαλέ μου.

Αχ, Αντονίτο Ελ Καμπορίο, π' άξιζες μια βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια.

Στην άκρη εκεί του ποταμού τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του στην άκρη εκεί του ποταμού
κι ανάγειρε την κεφαλή με τα σφιγμένα χείλη
και τότε πια καμμιά φωνή μόνο εφωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός ήρθε και τ' άναψε καντήλι.







η καλόγρια η τσιγγάνα

Βουνά και σύγνεφα μακριά σ' όλα τριγύρω σιγαλιά
τα λιόφυτα γαληνεμένα και τα σπιτάκια ασβεστωμένα.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
άχου, τι όμορφα κεντάει το χεράκι της πως πάει.

Βάνει πουλιά, βάνει δεντριά, βάνει και τ' άστρα τα χρυσά
βάνει στις τέσσερις τις κόχες τέσσερις αγριομολόχες.

Σ' ένα αχερόχρωμο πανί κεντά η καλόγρια η μικρή
μα κάθε τόσο αναστενάζει και κάτι με το νου της βάζει.

Λίγο το χέρι σταματά μες στον αέρα και κοιτά
στα μάτια της π' ανοιγοκλειούν δυο καβαλάρηδες περνούν.

Κι ύστερα πάλι στο πανί ξεσπάει ή καλόγρια ή μικρή
τι ποτάμια, τι χορτάρια, τι λιοτρόπια, τι φεγγάρια
πλάσματα της αρεσιάς της, της ονειροφαντασιάς της.









η παντέρμη

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που στα σκοτεινά
βγαίνει η Παντέρμη και γυρνά.

Μαύρη μαυρίλα είν' η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ' αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια.

-Παντέρμη, τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι που ζητώ
πε μου, σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω εκείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε.

-Παντέρμη, πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιός ο καημός μου;
Μαύρη πίσσα εγίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελλή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί.

-Παντέρμη, λούσε το κορμί σου
λουσ' το χελιδονόνερο
κι άσε κυρά μου την ψυχή σου
άσ τη να βρει αναπαμό.

Άχου, τσιγγάνικες ψυχές
κι ολόκρυφες νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.