Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Κανέλα, μοσχοκάλαμο, κι ο νάρδος με τον κρόκο και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα και αλόη και όποιο μύρο πεις, σε σένα ευωδιάζουν..












Σε όλα τα Τζιβαέρια μου..


ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ


Όμορφη, όμορφη, όμορφη πού 'σαι αγάπη μου.
Τι όμορφη που είσαι...

Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου
Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου
Εσύ είσαι κρινολούλουδο κι εκείνες είναι αγκάθια
Ίδια με κόκκινη κλωστή τα κόκκινά σου χείλη
Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση μου φαντάζει
πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλό σου
Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια
που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα.

Φίλα με, φίλα με, μ' όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα
μέθα με στης αγκάλης σου το πιο γλυκό κρασί
και το όνομά σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω
Όλων των μύρων τ' άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ
ναι, πιο πολύ κι απ’ το κρασί μεθώ όταν μ' αγγίζεις
να σ' αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις.

Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη.
Μου 'χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου,
μ' ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου.
Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη
μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω.
Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη
πηγή με γάργαρο νερό, παράδεισος από δροσιές
παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι.
Κανέλα, μοσχοκάλαμο, κι ο νάρδος με τον κρόκο
και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα
και αλόη και όποιο μύρο πεις, σε σένα ευωδιάζουν.

Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου.
Σήκω βοριά, έλα νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου
να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου.
Κι ας κατεβεί ο άντρας μου στον κήπο που 'ν' δικός του
για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά του θέλει
για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά μου θέλει.








ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ σημάδι ἀμοιβαιότητας ἀναδύεται ἡ ἀμετρία τῆς εὐφροσύνης. Γεννιέται ἡ πιὸ μεθυστικὴ γεύση πληρότητας τῆς ζωῆς. Εἶναι ὁ σύμπας κόσμος ποὺ προσφέρεται στὸ βλέμμα, στὸ χαμόγελο τοῦ Ἄλλου. Ἀποκαλυπτικὴ ἔκρηξη μεταμόρφωσης τοῦ βίου, κι ὁ Ἄλλος γίνεται τόπος αὐτῆς τῆς ἀποκάλυψης. Ὅλα ἔκπληξη κι ὅλα καινούργια. Ἀμοιβαιότητα στὸν ἔρωτα εἶναι ἡ πρωτόπλαστη αἴσθηση τὴν πρώτη μέρα τῆς δημιουργίας.

Ψηλαφῶ στὸ ἀγαπημένο βλέμμα, γιὰ πρώτη φορά, τί εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ματιά. Στὸ χάδι συλλαβίζω τὴν ἄγνωστη γλώσσα τῆς ἁφῆς. Κάθε ἐλάχιστη χειρονομία, ἀνεπαίσθητη κίνηση τοῦ κορμιοῦ, κάθε ἀδιόρατο χαμόγελο, εἶναι λόγος πρωτόγνωρος, συναρπαστικὰ σημαντικός. Κάθε τι ποὺ ἀγγίζουμε μαζί, κάθε ὀμορφιὰ ποὺ κοιτάζουμε μαζί, κάθε τι ποὺ γευόμαστε, γεννιέται ἐκείνη τὴ στιγμή, καινούργιο καὶ ἄφθορο. Δὲν ὑπάρχουν ἀντι-κείμενα, ὅλα εἶναι παρουσία, προσφορὰ ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα, προορισμένη μόνο γιὰ μένα. Ὅλα παίρνουν ὑπόσταση καὶ εἶναι ὑπαρκτά, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Ἄλλος. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα καὶ αὐτονόητα γίνονται ἀναπάντεχα δῶρα.

Ὅταν γεννιέται ὁ ἔρωτας, γεννιέται ἡ ζωή. Ἔκθαμβοι ψηλαφοῦμε τὴν ἔνδεια τοῦ βίου νὰ μεταμορφώνεται σὲ πλοῦτο ἀπρόσμενο ζωῆς. Καθημερινὲς στιγμὲς ρουτίνας, μεταλλάζουν σὲ ἐμπειρία γιορτῆς, γιατὶ ἡ καθημερινότητα σαρκώνει τώρα τὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Οὔτε χρόνος ὑπάρχει μὲ παρελθὸν καὶ μέλλον, οὔτε χῶρος, ἐγγύτερος καὶ ἀπώτερος. Ὁ χρόνος εἶναι μόνο παρόν, κι ὁ χῶρος μόνο ἀμεσότητα παρουσίας. Χῶρος ἀχώρητος ἡ ἀδιάστατη ἐγγύτητα τοῦ Ἄλλου, καὶ ἄχρονος χρόνος ἡ πληρωματικὴ διάρκεια τῆς ἀμοιβαίας αὐτοπροσφορᾶς.

Στὸ πρῶτο σημάδι ἀμοιβαιότητας ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Ἄλλος, ἐπενδύουμε ὅλη τὴ φυσική μας ὁρμὴ γιὰ ζωή. Δίχως κρατούμενα καὶ δίχως μέτρο. Ζοῦμε μόνο γιὰ τὸν Ἄλλον καὶ χάρη στὸν Ἄλλον. Τὰ δίνουμε ὅλα, τὰ παίζουμε ὅλα. Κάθε ἐξασφάλιση, κάθε σιγουριά. Τοὺς δεσμοὺς καὶ τὶς ὀφειλές μας. Τὸ καλό μας ὄνομα, τὸ κύρος ἢ τὴ φήμη μας. Τὰ σχέδιά μας, τὶς ἐλπίδες μας. Ἕτοιμοι γιὰ ὅλα, ἀκόμα καὶ γιὰ τὸ θάνατο, γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπημένου.
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras





Σαβίνα Γιαννάτου & Ηλίας Πετσαλάς
"Περί Γυνής"
"Κέρκυρα '82 - Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού" (1982)
Σύνθεση: Κώστας Χατζόπουλος
Διεύθυνση Ορχήστρας: Μάνος Χατζηδάκις

Από το "Άσμα Ασμάτων" του Σολομώντα

H'-8: ἀδελφὴ ἡμῶν μικρὰ καὶ μαστοὺς οὐκ ἔχει·
τί ποιήσωμεν τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐὰν λαληθῇ ἐν αὐτῇ;

H'-9: εἰ τεῖχός ἐστιν, οἰκοδομήσωμεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἐπάλξεις ἀργυρᾶς·
καὶ εἰ θύρα ἐστί, διαγράψωμεν ἐπ᾿ αὐτὴν σανίδα κεδρίνην.

H'-10: ἐγὼ τεῖχος, καὶ μαστοί μου ὡς πύργοι·
ἐγὼ ἤμην ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτῶν ὡς εὑρίσκουσα εἰρήνην.









ΑΝ Ο ΕΡΩΤΑΣ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, τότε ὁ γάμος εἶναι τρόπος τῆς φύσης. Φύση θὰ πεῖ: νόμος, ἀναγκαιότητα. Καὶ ὁ τρόπος τοῦ νόμου, θεσμός. Ὁ νόμος θεσμοποιεῖ τὴ φυσικὴ ἀνάγκη, θωρακίζει τὴν ἀτομικὴ ἀπαίτηση. Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς προϊστορίας ὁ γάμος φτάνει ὣς ἐμᾶς μὲ τὴ σταθερὴ περπατησιὰ τοῦ νόμου, τοῦ «φυσικοῦ θεσμοῦ»: Σύμβαση ἐξισορρόπησης δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Κατοχυρώνει τὰ συμβαλλόμενα ἐγώ, τὰ ἐξασφαλίζει. Προσφέρει μὲ σωστὴ μοιρασιὰ τὴν αἴσθηση τῆς στέγης, τὴ σιγουριὰ τῆς συντροφιᾶς, τὴν κοινὴ τροφή, τὴν ἀμοιβαία ἡδονή, τὴν πλασματικὴ διαιώνιση τοῦ ἐγὼ στὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν.

Προκαθορισμένος θεσμός, δυναμικὴ ἀπροσδιοριστία τῆς ζωῆς - γάμος καὶ ἔρωτας δυὸ ἀντίπαλα δεδομένα. Δὲν μπορεῖ ὁ θεσμὸς νὰ προβλέπει τὴν ἑτερότητα, τὴν περιπέτεια ἢ τὴ γεύση τῆς ποιότητας. Ὁρίζει καὶ κατοχυρώνει τὸ γενικό, τὸ ἀπρόσωπο, τὸ ἀντικειμενικό. Παγιώνει τὴ ζωὴ σὲ σταθεροὺς προκαθορισμούς, τὴν ὁριοθετεῖ σὲ σχήματα ἐλεγχόμενα, χρηστικά.

Ἔκπληξη ζωῆς ὁ ἔρωτας, θεσμοποίηση τῆς ἀνάγκης ὁ γάμος. Ἀνάγκη, ὁ τρόπος τῆς φύσης. Ὁριοθετημένος, μὲ τὴ σαφήνεια τοῦ νόμου, δίχως περιθώρια ἄγνοιας ἢ πλάνης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸν γάμο δὲν δικαιολογεῖται αἰφνιδιασμός. Ἂν προσδοκοῦμε κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ γάμος σπερματικὰ ἐπαγγέλλεται, τότε τὸ λάθος εἶναι δικό μας. Ἐπιπολαιότητα, ἢ μειωμένη ὅραση.

Τρόπος τῆς φύσης, ὁ νόμος· ὁ τρόπος τοῦ νόμου, θεσμός. Εἶναι ἡ φυσικὴ ἀπαίτηση ποὺ θεσμοποιεῖται μὲ τὸν γάμο. Ἀπαίτηση κατοχῆς τοῦ ἄλλου, ἰδιοποίησης, ἰδιοκτησίας. Συμβατικὰ ἰσόρροπη κατοχή, ἀμοιβαία ἰδιοποίηση. Δίνεις γιὰ νὰ παίρνεις, προσφέρεις γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις. Ὅ,τι σπερματικὰ ἐπαγγέλλεται ὁ γάμος δὲν προϋποθέτει τὸν ἔρωτα - ἂν δὲν τὸν ἀποκλείει. Ἡ διακινδύνευση τῆς ἀπροκαθόριστης σχέσης, ἡ δυναμικὴ τῶν ἐκπλήξεων, δὲν συμβιβάζονται μὲ τὴ λογικὴ τοῦ θεσμοῦ.

Καθόλου τυχαῖο ποὺ κωδικοποιήσαμε οἱ ἄνθρωποι τὴ γαμήλια σχέση σὲ κανόνες Δικαίου. Ἐθιμικοῦ καὶ κρατικοῦ. Ἂν οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ὑποχρεώσεις δὲν ἰσορροποῦν, καταφεύγουμε στὸν δικαστή. Ζητᾶμε τὸ δίκιο μας ἀπὸ τὴν κρατικὴ βία. Ἀκόμα καὶ ἡ σωματικὴ σχέση μπορεῖ νὰ ἀπαιτηθεῖ ἀπὸ τὸν σύντροφο μὲ δικαστικὴ ἀπόφαση: Εἶναι τὸ «συζυγικὸ καθῆκον» του. Ὁ νόμος κατοχυρώνει τὴ φυσικὴ ἀπαίτηση, διεκδικεῖ καὶ τὴν ποδηγέτηση τῆς ἐπιθυμίας.

Ὁ ἔρωτας δὲν ἐξασφαλίζεται μὲ τὸν γάμο, ὁ θεσμὸς δὲν ἐγγυᾶται τοὺς ἀναβαθμοὺς τῆς ζωῆς. Ξέρουμε στὴν πράξη ὅτι ἀναρίθμητοι γάμοι ξεκινᾶνε δίχως ἔρωτα, καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸ θεωροῦσαν πάντα καὶ τὸ θεωροῦν αὐτονόητο. Ὅσοι πάλι ξεκινᾶνε μὲ τὸ δῶρο τοῦ ἔρωτα, αἰθεροδρομοῦν ἂν πιστεύουν ὅτι ὁ θεσμὸς θὰ ἐξασφαλίσει στὸν ἔρωτά τους μονιμότητα καὶ ἰσοβιότητα. Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς ἀποκλείεται νὰ ἐξασφαλιστεῖ μὲ τὸν τρόπο τῆς φύσης.

Ἡ διαστολὴ τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς φύσης φωτίστηκε ἀποκαλυπτικὰ μὲ τὸν λόγο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ ἔρωτα ἀπὸ τὸν γάμο βρίσκει μέσα στὴ χριστιανικὴ Παράδοση ἴσως τὴν ἐναργέστερη διασάφηση. Ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ἡ «κένωση», ἡ ἐρωτικὴ αὐτοπροσφορὰ - ὑπόδειγμα ἔνσαρκο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ τὸ ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ διαρρήξει τοὺς δεσμοὺς τῆς ἐξάρτησης ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς φύσης: δεσμοὺς συγγένειας, δεσμοὺς ἐξασφάλισης ποὺ προσφέρει τὸ θεσμικὸ πλαίσιο τοῦ γάμου.

Εἲ τις ἔρχεται πρός με, λέει ὁ Χριστός, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι (Λουκ. 14, 26). Περιθώριο συμβιβασμοῦ μὲ τὴ φυσικὴ θωράκιση, τὴν ψυχολογικὴ κατοχύρωση τοῦ ἀτόμου μέσα στὸ θεσμικὸ πλέγμα τῶν γαμικῶν δεσμῶν, δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἴσως ὁ σκληρότερος λόγος ποὺ εἰπώθηκε ποτὲ γιὰ τὸν γάμο.
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras







"Ασμα Ασμάτων" του Σολομώντα.Μουσική Μάνος Χατζηδάκις .Ερμηνεία Φλέρυ Νταντωνάκη- Δημήτρης Ψαριανός. Από τις ωραιότερες μελοποιήσεις του Χατζηδάκι. "Μεγάλος Ερωτικός"








Απόσπασμα από το " Άσμα Ασμάτων " του Σολομώντος (από το 7ο και 8ο άσμα)
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Φλέρυ Νταντωνάκη Δημήτρης Ψαριανός
Δίσκος: Ο Μεγάλος Ερωτικός (1972)






"Ἄραγε, μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν δυὸ ἄνθρωποι ποὺ θὰ φυλάξουν τὸ δῶρο τοῦ ἔρωτα μὲ καθημερινὴ ταπεινὴ προσπάθεια νὰ ἀναιρεθεῖ ὁ ἀδυσώπητος τρόπος τῆς φύσης; Εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν ἐρωτευμένοι δυὸ ἄνθρωποι, ποὺ ζώντας τὴ μέθη τῆς γιορτῆς θὰ συνυπολογίζουν κάθε στιγμὴ τὴν ἀπάτη τῆς φύσης. Ὑπάρχουν ἄραγε περιθώρια νὰ διαρκεῖ τὸ θαῦμα τῆς ἐρωτικῆς ἔκπληξης μὲ καθημερινὴ ἄσκηση αὐταπάρνησης καὶ αὐτοπροσφορᾶς;"



"Βλέμμα καὶ χαμόγελο γυμνῆς ὀμορφιᾶς, κορμὶ ἀναδυόμενο στὴ μέλαινα λαμπράδα τοῦ καλοκαιριοῦ, ἄρωμα καὶ χυμὸς τοῦ ροδάκινου, σμαραγδένια διαφάνεια θαλάσσιου ὁρμίσκου. Μόνη ἡ ἁπτὴ χάρις ἀπαντάει στὰ ἔσχατα ἐρωτήματα. Χάρις - χάρισμα τῆς κλήσης στὸ κάλλος τῆς σχέσης. Ὅ,τι καλεῖ δὲν κλείνεται στὸ νόημα, ἔχει πρόσωπο καὶ ὄνομα. Ἡ κλήση διαβαίνει τὴν ἐπιθυμία, γιὰ νὰ ἐκβάλει στὸν ἀτέρμονα κόλπο τῆς μόνης θετικῆς τρυφερότητας"





Τζιβαέρια μου!
Είμαι στο δρόμο για τη ροή..
Σας περιμένω..

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

«Η ανθρωπότητα δεν προσδιορίζεται από όσα δημιουργεί αλλά από όσα επιλέγει να μην καταστρέψει». Έντουαρντ Γουίλσον



¨I've been searching for something
Taken out of my soul
Something I'd never lose
Something somebody stole¨..


















«Από τη στιγμή που η τέχνη δεν είναι τροφή των εκλεκτών, ο καλλιτέχνης μπορεί να εκδηλώνει το ταλέντο του με κάθε ιδιοτροπία, όπως του καπνίσει, με κάθε επινόηση του πνευματικού τσαρλατανισμού. Αλλά οι εκλεπτυσμένοι, οι πλούσιοι, οι χασομέρηδες, οι διυλίζοντες την πεμπτουσία, ψάχνουν για το καινούριο, το αλλόκοτο, το πρωτοφανές, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό κι ύστερα ικανοποίησα αυτούς τους κυρίους και τους κριτικούς με πάμπολλα παράξενα που πέρασαν από τον νου, και όσο λιγότερο τα καταλάβαιναν τόσο τα θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω συνεχώς με όλα τούτα τα παιχνίδια, τις λοιδορίες, τους γρίφους, τις σπαζοκεφαλιές και τα αραβουργήματα έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα για ένα ζωγράφο σημαίνει: πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτο.
Όπως γνωρίζετε, σήμερα είμαι διάσημος και πλούσιος, αλλά όταν μένω μόνος με τον εαυτό μου δεν έχω το θάρρος να με θεωρώ καλλιτέχνη με την αρχαία έννοια της λέξης. Ήταν μεγάλοι ζωγράφοι ο Τζιόττο, ο Τισιανός, ο Ρέμπραντ, ο Γκόγια. Είμαι μόνον ένας δημόσιος ψυχαγωγός, που κατάλαβε την εποχή του, που ικανοποίησε όσο μπορούσε την ηλιθιότητα, την κενοδοξία και την απληστία των συγχρόνων του.
Είναι πικρή η δική μου εξομολόγηση, πιο οδυνηρή απ’ ότι μπορεί να φαίνεται, έχει όμως την αρετή να είναι ειλικρινής».

Pablo Picasso


Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Βρέχει και πέφτω γύρω σου παντού μα δεν περνώ από τα ρούχα στην καρδιά σου γίνομαι σύννεφο σε μια γωνιά ουρανού να μην κρύβω τον ήλιο απ' τη ματιά σου



Τραγουδώ βαθιά μου

Στίχοι: Γιάννης Κουγιούλης
Μουσική: Μιχάλης Νικολούδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης

Τόση καλοσύνη γύρω μου κι εντός
από του παντός τη μεγαλοσύνη.

Βάρκα με προσμένει μ' ανοιχτό πανί
κι οι εφτά ουρανοί πάνω μου ανοιγμένοι,
τραγουδώ βαθιά μου, σε ψιλή κλωστή
έχει κρεμαστεί κι η στερνή χαρά μου.

Μόνο, στο πλευρό μου, σύντροφο πιστό,
απ' τον κόσμο αυτόν, πήρα τ' όνειρό μου.

Βάρκα με προσμένει μ' ανοιχτό πανί
κι οι εφτά ουρανοί πάνω μου ανοιγμένοι,
τραγουδώ βαθιά μου, σε ψιλή κλωστή
έχει κρεμαστεί κι η στερνή χαρά μου.

Τόση καλοσύνη γύρω μου κι εντός
από του παντός τη μεγαλοσύνη.






Παλιό τραγούδι

Στίχοι: Φάνης Καβαδάς
Μουσική: Μιχάλης Νικολούδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης

Παλιό τραγούδι κι άγιασε
απ' το πολύ το δάκρυ
στην πλάτη του φορτώθηκε
του κόσμου τον καημό
Κι αν το ρωτήσεις θα σου πει
πατρίδα πια δεν έχω
καμιά πατρίδα δεν χωρά
ολόκληρο ουρανό

Βαφτίστηκα στο άχτι σας
στην πίκρα, στο γινάτι σας
και πιο ψηλά ανεβαίνω
Είμαι το πρώτο γάλα σας
η μυρωδιά της μάνας σας
γι αυτό σας ανασταίνω

Παλιό τραγούδι κι άγιασε
απ' την πολύ αγάπη
έγινε ρούχο του φτωχού
του μόνου συντροφιά
Κι αν το ρωτήσεις θα σου πει
τα χρόνια μου δεν ξέρω
ποιος ξέρει πότε ράγισε
πρώτη φορά καρδιά

Βαφτίστηκα στο άχτι σας
στην πίκρα, στο γινάτι σας
και πιο ψηλά ανεβαίνω
Είμαι το πρώτο γάλα σας
η μυρωδιά της μάνας σας
γι αυτό σας ανασταίνω






Βρέχει - Γιάννης Χαρούλης

Βρέχει κι είμαι τα φώτα που κοιτάς
αφηρημένα, πίσω από το τζάμι
βάρος που στο λαιμό φοράς
όταν βουτάς, σε λογισμών ποτάμι

Βρέχει κι είμαι ο περαστικός
που βιαστικά από δίπλα σου περνάει
στον ώμο του να κλαίει ο ουρανός
και αυτός κλειστή ομπρέλα να κρατάει

Βρέχει και πέφτω γύρω σου παντού
μα δεν περνώ από τα ρούχα στην καρδιά σου
γίνομαι σύννεφο σε μια γωνιά ουρανού
να μην κρύβω τον ήλιο απ' τη ματιά σου

Βρέχει, σταγόνα γίνομαι μικρή
που αγγίζει απαλά το πρόσωπό σου
λίγο προτού παγιδευτεί, σε μια ρωγμή,
στην άκρη των χειλιών σου

Βρέχει και πέφτω γύρω σου παντού
μα δεν περνώ από τα ρούχα στην καρδιά σου
γίνομαι σύννεφο σε μια γωνιά ουρανού
να μην κρύβω τον ήλιο απ' τη ματιά σου






Πρωινό τσιγάρο

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Πρώτη εκτέλεση: Χορωδία ομίλου Πατραϊκής Μαντολινάτας και μικτής χορωδίας
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Νταλάρας & Χαρούλα Αλεξίου ( Ντουέτο ) || Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου || Κώστας Σμοκοβίτης || Αναστασία Μουτσάτσου

Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό

Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή

Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών
μ' ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο
σ' ένα καρέ τυφλών σ' ένα καρέ τυφλών




Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

..Μα τι λέω ο τρελός έχω τα δυο μάτια σου μοιάζουνε με ουρανό μοιάζουνε με θάλασσες..



Πόσο σε θέλω απόψε

Στίχοι: Νίνα Ναχμία
Μουσική: Lucio Dalla
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Χατζής

Η σφαίρα λάμπει ασήμι που απλώνει στον πλανήτη,
στα μάτια πέφτει πάχνη στο φως του αποσπερίτη,
ζευγάρια αγκαλιασμένα, πουλιά που τιτιβίζουν,
και τα δικά μου μάτια με δάκρυα πλημμυρίζουν.

Πόσο σε θέλω απόψε, αχ! πόσο, πόσο σε ζητώ,
καθώς η νύχτα ορμάει μεσ' στην ψυχή μου
που δεν σ' έχω φως μου.

Η νύχτα σε ζητάει, σε θέλει η μοναξιά μου,
η νύχτα που σκορπάει στα χείλια την καρδιά μου,
θλιμμένο το φεγγάρι μου μοιάζει δακρυσμένο,
που αλλάζεις μαξιλάρι κι εγώ αργοπεθαίνω,
δεν έχει μέτρο ο χρόνος για να τον μετρήσω,
μετράει διπλά ο πόνος, εγώ κι α΄τός θα ζήσω.

Πόσο σε θέλω απόψε, αχ! πόσο, πόσο σε ζητώ,
καθώς η νύχτα ορμάει μεσ' στην ψυχή μου
που δεν σ' έχω φως μου.

Μεγάλο θαύμα είναι το θαύμα αυτού του κόσμου,
μα όταν είσαι μόνος, μια κόλαση είναι φως μου,
να σε είχα εδώ παρέα, ν' ανθίσω, να γλυκάνω,
και μουσική ωραία ν' ακούγεται απ' το πιάνο,
εσύ που τόσο λείπεις στης νύχτας το τοπίο,
τον κόσμο αφήνεις άδειο, σκληρό, φτωχό και κρύο.

Πόσο σε θέλω απόψε, αχ! πόσο, πόσο σε ζητώ,
καθώς η νύχτα ορμάει μεσ' στην ψυχή μου
που δεν σ' έχω φως μου.





Να 'χαν όλοι οι άνθρωποι μια αγάπη όπως εγώ

Στίχοι: Κώστας Χατζής

Μουσική: Κώστας Χατζής
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Χατζής
Άλλες ερμηνείες: Χαρούλα Αλεξίου

Να 'χα έναν ουρανό, να 'χα και μια θάλασσα
να 'χα ένα σπιτικό κάτω στο γιαλό,
παίζοντας με βότσαλα να μιλώ στα κύματα
και στην άμμο να πατώ και να τραγουδώ.

Μα τι λέω, ο τρελός, έχω τα δυο μάτια σου
μοιάζουνε με ουρανό, μοιάζουνε με θάλασσες,
έχω τα δυο μάτια σου θάλασσα και ουρανό,
έχω την αγάπη σου για το σπιτικό.

Να 'χα ένα σύννεφο και να με ταξίδευε
πέρα από τα σύνορα κι απ' τη μοναξιά,
να 'χω φίλους τα πουλιά, τ' άστρα να 'χω συντροφιά
να μιλώ στον ουρανό και να τραγουδώ.

Μα τι λέω, ο τρελός, έχω τα δυο χέρια σου
μοιάζουνε με σύννεφα, μοιάζουν με πουλιά,
μα τι λέω, ο τρελός, έχω τα δυο χείλη σου
έχω τα δυο μάτια σου άστρα και ουρανό.

Να 'χαν όλοι οι άνθρωποι μια αγάπη όπως κι εγώ
θα 'μαστε όλοι στη γη φίλοι κι αδερφοί.








Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Ι seek a shore where Ι can fence in a patch of the horizon with trees or reeds...Νικηφόρος Βρεττάκος



Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.





Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.





Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα.



Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Blue Moon Now I'm no longer alone Without a dream in my heart Without a love of my own..




















Blue Moon

You saw me standing alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own
Blue Moon
You know just what I was there for
You heard me saying a prayer for
Someone I really could care for

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will hold
I heard somebody whisper please adore me
And when I looked to the Moon it turned to gold

Blue Moon
Now I'm no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

And then there suddenly appeared before me
The only one my arms will ever hold
I heard somebody whisper please adore me
And when I looked the Moon had turned to gold

Blue moon
Now I'm no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own

Blue moon
Now I'm no longer alone
Without a dream in my heart
Without a love of my own




Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή..Γιώργος Σεφέρης





ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης

Τ' ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά μελανιασμένες λαγκαδιές o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.






ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.





Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Άκου τι όμορφα που τραγουδάει η βροχή, τι όμορφα που τραγουδάει η καρδιά μας. Τ'όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή Γιάννης Ρίτσος



Σε όλους τους αγαπημένους μου φίλους που λατρεύουν τη βροχή..













Πιο κοντα.

Πιο κοντα.

Μουσκεμενα χιλιομετρα μαζευονται γυρω τους.

Μεσα στις τσεπες του παλιου παντελονιου τους,

εχουν μικρα τζακια να ζεσταινουν τα παιδια.

Κάθονται στον παγκο κι αχνιζουν,

απ’ την βροχη και την αποσταση.

Η ανασα τους ειναι ο καπνος ενος τραινου,

που παει μακρια,πολυ μακρια.

Γιάννης Ρίτσος


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Κόσμε χρυσέ, κόσμ' αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε, κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει, ψεύτη κόσμε.. 'Γω θα σε κερδίσω, ψεύτη κόσμε..


Στη Λία μου με πολλή αγάπη..


Γεννήθηκα

Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού,
σβήνω κυλώντας στα νερά.
Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς
σαλτάροντας με τις τριχιές
του λιβανιού,
πήρα το δρόμο της σποράς.

Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι
του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά
της θεμωνιάς
αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.

Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς,
το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.





ΤΑ ΡΙΖΙΤΙΚΑ

Κόσμε χρυσέ, κόσμ' αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε,
κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει, ψεύτη κόσμε.
Εγώ 'μαι που σε γλέντησα και 'γω θα σε κερδίσω, ψεύτη κόσμε.
Πεζός περπατούν στα βουνά,
στους κάμπους καβαλάρης, ψεύτη κόσμε





Μανα κι αν ερθουν οι φιλοι μου

Στίχοι: Παραδοσιακό Ριζίτικο
Μουσική: Παραδοσιακό Ριζίτικο
Εκτελέσεις: Νίκος Ξυλούρης

"Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πείς κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ'άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ' αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα."





Πώς να σωπάσω

Στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

Cómo callar

¿Cómo callar dentro de mí
la belleza del mundo?
El cielo mío
el mar en mi tamaño.

¿Cómo me pueden hacer que vea
el sol con ojos dinstintos?
En los escalones del sol
mi madre me enseñó a vivir.

¿En el agua del cieno,
en qué idioma me están hablando
los que me están pidiendo
que baje las alas?





Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Νότης Σφακιανάκης

Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
ούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
του χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
για τ' αφέντη το φαί

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...





Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης & Μαρία Δημητριάδη
Άλλες ερμηνείες: Χορωδία || Δήμητρα Γαλάνη
|| Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές
την πρώτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
αδέρφια πήραν οι οχτροί
κι εμείς κοιτούσαμε τις κοπελιές
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
φωτιά μας ρίξαν οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε στα σκοτεινά
την τρίτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί
κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοιράσαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
κρατούσαν δίκιο οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια
σαν κάθε μέρα





Αυτόν τον κόσμο τον καλό

Στίχοι: Βασίλης Ανδρεόπουλος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Σταύρος Λογαρίδης
|| Μάνος Πυροβολάκης || ΝΑΜΑ

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
τον χιλιομπαλωμένο
βρε ράβε ξήλωνε ράβε ξήλωνε
δουλειά δουλειά δουλειά να μη σου λείπει

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον είχαν πρώτα
βρε γέλα φίλε μου γέλα φίλε μου
δεν είναι δεν είναι δεν είναι και για λύπη

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
σ' εμάς τον παραδώσανε
βρε τρέχα φίλε μου τρέχα φίλε μου
και μη και μη και μη βαριά το παίρνεις

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον καρτεράνε
βρε σκέψου φίλε μου σκέψου φίλε μου
την ώρα την ώρα την ώρα που θα φεύγεις





Αγρίμια κι αγριμάκια

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Εκτελέσεις: Ψαραντώνης || Νίκος Ξυλούρης
|| Χαράλαμπος Γαργανουράκης

- Αγρίμια κι αγριμάκια μου,
λάφια μου μερωμένα,
πέστε μου πού'ναι οι τόποι σας,
πού'ναι τα χειμαδιά σας;

- Γκρεμνά'ναι εμάς οι τόποι μας,
λέσκες τα χειμαδιά μας,
τα σπηλιαράκια του βουνού
είναι τα γονικά μας.







1940
Πόσα χρόνια δίσεχτα


Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Πόσα χρόνια δίσεχτα μέσα σε μιαν ώρα
βάσταξες αδάκρυτη, μάνα Παναγιά.
Πόσα βόλια σπείρανε, γιε μου, σε μιαν ώρα
και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά.

Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα
το καταμεσήμερο και θρηνολογεί.
Κάλεσε το Χάροντα σε κρυφό αγώνα
πες και στη Χαρόντισσα να σε λυπηθεί.

Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι
θά ‘ρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά.
Μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει
τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.



Σε ψηλό βουνό

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Νίκος Ξυλούρης || Ψαραντώνης

Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος και παρακαλεί.
Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.

Ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε
χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.