Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

'Αρχισε να μιλά αδιάκοπα και με φωνή γλυκύτερη κι'απ' το μέλι του Υμηττού..



Η γνωριμία μου
με τον Γιάννη Ρίτσο

Ο
Μίκης είναι ο Παρθενώνας της Ελληνικής μουσικής αλλά και ολοκλήρου του κόσμου θα τολμούσα να'λεγα. Αυτός έδωσε την αξία στο μπουζούκι που το άξιζε, και το πρόβαλε διεθνώς σαν λαμπρό πνευματικό όργανο, ενώ ήταν σαν ανατολίτικη γκαζόλαμπα πριν την αφηξή του. Ο Θεός μας Δίας, του δωσε όλα τα χαρίσματα στον υπερθετικό. Ανάστημα, μάτια, μαλλιά, πλάτες, πόδια- και χέρια ένα στρέμμα για να αγκαλιάζει τον Ελληνισμό όταν διευθύνει την ορχήστρα του. Τι ευτύχημα που γεννήθηκε στην εποχή μας για να τον απολαύσομε ζωντανά! και τι ανυπολόγιστη θρηνωδία θα'ναι να μας φύγει απ΄τη ζωή μας κάποια μέρα! Ευχόμαστε να αντέξει στην τριβή του χρόνου, διότι η απουσία του θα είναι φοβερή ορφάνια για τον Ελληνισμό και την ανθρωπότητα γενικότερα.



Αγαπητέ
φίλε μου Κώστα,

Δεν με κουράζει καθόλου η ιδέα σου να γράψω κάτι για τον μεγάλο μας εθνικό ποιητή, Γιάννη Ρίτσο. Απεναντίας φτερουγίζουν τα ψυχοκάρδια μου, όταν ανασύρω στην μνήμη τις δημιουργικές και διδακτικές στιγμές που έζησα κοντά του.

Πρωτογνωριστήκαμε στο τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα, όταν ήμουνα καλεσμένος σε μια διακεκριμένη οικογένεια του Μαρουσίου. Η κυρία αυτή, ήταν μια αρκετά καλλιεργημένη γυναίκα και ήταν φίλη και μαθήτρια του μεγάλου μας ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου. Στην διάρκεια της συζητήσεως μιλήσαμε για την ζωγραφική του Εγγονόπουλου και του Γιάννη Τσαρούχη όπου ήταν επίσης στενοί φίλοι της οικογένειας αυτής.

Αλλάξαμε συζήτηση για λίγο μιλώντας για ποίηση και προπαντός του Γιάννη Ρίτσο, που ήταν στην ακμή του τον καιρό εκείνο. Κατά μεγάλη μου έκπληξη, ανακάλυψα πως ο Ρίτσος ήταν εξ ίσου στενός φίλος της. Εξέφρασα τον θαυμασμό μου που είχα για τον μεγάλο μας αυτόν ποιητή. Ενθουσιώδες με πρότεινε να τον συναντήσω την άλλη μέρα εάν το ήθελα, μιας και τον γνώριζε πολύ στενά. Πήρε τηλέφωνο τον Ρίτσο μπροστά μου και έκλεισε ραντεβού στις 6 μ.μ την επόμενη ημέρα,

Η επόμενη μέρα ήταν η ποιο αγωνιώδες στην ζωή μου, ώσπου να φθάσω στα κάτω Πατήσια οδός Μηχηλ κόρακα που έμενε. Χτυπώντας την πόρτα στο διαμέρισμα του, κρατούσα συνάμα και μια ανθοδέσμη απ'ασπρα τριαντάφυλλα μαζί μου. 'Ανοιξε η πόρτα, και τι να δω, έναν πεντακάθαρο αριστοκρατικό είδωλο που λάτρευα από μικρό παιδάκι. Με καλωσόρισε με ευγενικό τρόπο λέγοντας: Περάστε μέσα και ανυπομονώ να γνωριστούμε, μιας και άκουσα πολλά για σας.

Μπαίνοντας μέσα, αισθάνθηκα το μεγαλείο του απ' την ατμόσφαιρα, του πολύ μικρού σε μέγεθος αλλά τρανό σε πνεύμα σαλονάκι του. Οι τοίχοι γύρο, ήταν κατάμεστοι από παλιά όλων λογιών βιβλία. Μπροστά στην είσοδο είχε κρεμασμένο ένα τεράστιο πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη 'ο σταυρωμένος νέος'. Είχε αδυναμία στην λαϊκή τέχνη και την έβλεπες παντού γύρου του. Στα καθίσματα είχε μάλλινα καλο-υφασμένα μαξιλάρια τ' αργαλειού, ακόμα και μικρά κουδουνάκια είχε στον τοίχο κρεμασμένα.

'Αρχισε να μιλά αδιάκοπα και με φωνή γλυκύτερη κι'απ' το μέλι του Υμηττού. Παρά την πνευμονική του πάθηση που υπέφερε χρόνια, είχε εντούτοις φωνή βαθύτερη κι'απ τον βυθό της θάλασσας. Ολόκληρος ως άνθρωπος, ήταν σαν μια καλοκουρδισμένη άρπα, που μόλις την άγγιζες, έβγαζε ουράνια ορφικά άσματα. Ότι και να'λεγε τα μουσικοστόλιζε. Του άρεσε να μιλά και προπαντός ιστορίες απ' το βασανισμένο παρελθόν του. Για πρώτη μου φορά ένοιωσα το μεγαλείο της ποίησης, που δεν αναπτύχθηκε σε πλούσια σαλόνια και ακαδημαϊκά σχολειά, αλλά στα σκοτεινά και φρικτά μπουντρούμια του πόνου και της καταφρόνησης των ελληνικών φυλακών.

Τι ντροπή και τι βαρβαρότητα συλλογίστηκα μέσα μου, που τόσο απάνθρωπα βασάνιζαν κτηνώδες, ένα τέτοιο σπάνιο σε δημιουργία ουράνιο πλάσμα!!.... Δίκαιο είχε ο Πλάτωνας όταν έλεγε: Πως η ανθρωπότητα δεν εκπολιτίζετε ομαδικά σε πνευματικό επίπεδο, αλλά μόνο αλλάζει μοντέλα κατά καιρούς εξω-εξάρτησης. Κάθε αλήθεια που εκφράζει ο στοχαστής λεει, τα λόγια του παγώνουν ακαριαίος μόλις βγουν έξω στον αγέρα και δεν ακούγονται διόλου. Μετά από πολλά χρόνια όμως, όταν αρχίζουν να λιώνουν απ' την ζέστη, τότε αρχίζουν να ακούγονται και ξεπαγωμένοι ψίθυροι αλήθειας από βασανισμένους μάρτυρες του παρελθόντος που φύτεψαν δακρύζοντας.

Δεν αργήσαμε να γίνουμε φίλοι με τον Ρίτσο, μιας και οι ψυχές μας είχαν αρκετά κοινά και ενδιαφέροντα σημεία. Η φιλία μας κράτησε μέχρι τον θανατό του. Γεννήθηκε στην Μονεμβασιά από αριστοκρατική οικογένεια, και ήταν παντρεμένος έχοντας μια κόρη. Φαίνονταν νεώτερος απ' ότι ήταν στην ηλικία του, και θυμάμαι ένα βράδυ στο σπίτι του, ρωτώντας τον Γιάννη Τσαρούχη που ήταν μιας ηλικίας με τον Ρίτσο, γιατί φαίνετε ο Ρίτσος νεώτερος από σένα, ΔΙΟΤΙ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΙΚΕ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ, απαντά ο Τσαρούχης. Ο Ρίτσος για μένα ήταν ο μεγαλύτερος εθνικός μας ποιητής του εικοστού μας αιώνα.

Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που είχα την τύχη να τον γνωρίσω και να ζήσω έστω και για λίγο κοντά του. Όλη η ζωή μου είναι και θα παραμείνει επηρεασμένη απ' την γνωριμία μου μαζί του. Αντιλαλούν οι στίχοι του ακόμα στα αυτιά μου όταν μου διάβαζε τους παρακάτω στίχους απ'την Ρωμιοσύνη του:

«Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει.....»κλπ.., Υ.Γ Κώστα αυτοί οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσο, είναι μόνο το τρίτο κεφάλαιο της Ρωμιοσύνης. Ο Ρίτσος το 'ξερε πως μ' αρέσανε φοβερά και μου τ'απάγγελνε απ' έξω σαν την προσευχή του όταν τον συναντούσα η τον τηλεφωνούσα. Να 'σαι καλά φίλε μου Κώστα Johannesburg Μάρτης 2002

Δημήτρης Καραλής Νότιο Αφρική.




Φίλε Δημήτρη, Αγγελικός και γοργοπέταγος ο λόγος σου -και τόσο γρήγορα?? Παραγγελιά στ' αλήθεια!- για τον μεγάλο μας θλιμμένο ποιητή τον Γιάννη Ρίτσο!. Τον τρεισ'αγάπησα κι' εγώ στα νιάτα μου με τα τραγούδια του στον "Επιτάφιο", "Τραγούδι της αδελφής μου", "Εαρινή συμφωνία", το "Εμβατήριο του Ωκεανού" και τόσα πολλά άλλα.. Ο λόγος του ήταν ένας πλατύλαμπρος στ' αλήθεια Ωκεανός που είχε την γλύκα της δροσιάς και της φρεσκάδας στην λογοτεχνία μας και γι' αυτό την λαμπρήνει. Φωνές καθώς η δική του, του Αλεξανδρινού Καβάφη του Σεφέρη, Βρεττάκου, κι' από κοντα τόσων πολλών και υπεράνω όλων του Οδυσσέα Ελύτη. Καθώς όλοι αυτοί ο λόγος τους μεγαλειώδης ήταν και πρωτόγνωρα δύσκολος για το απλό πνεύμα του λαού μας στη δεκαετία του 50 και Μετά : καταλαβαίνεις για να πάρουν θέση οι κριτικοί και να μιλήσουν για το 'Αξιον Εστί του Ελύτη τους πήρε δέκα ολόκληρα χρόνια!.. Στη στιγμή όμως παρουσιάστηκε κείνος ο γίγαντας ο μουσικός -ίδιος θεός του Ολύμπου ο Θεοδωράκης!. -Μαζί του ο Χανζιδάκης, Ξαρχάκος και άλλοι πολλοί! και μ' αυτούς αλλά πρώτος κατά την γνώμη μου ο πιο δυναμικός ο Θεοδωράκης- έκανε κι άστραψε ο ήλιος της πατρίδας μας όσο ποτέ και γιόμισαν τα μπαλκόνια την Αθήνας ποίηση και μεγαλείο. Την έζησα Δημήτρη εκείνη την γλυκύτατη εποχή του 60 απάνω στην νιότη μου και τόσο που την λάτρεψα. Όλοι η Ελλάδα τραγούδαγε τον Ελύτη τον Ρίτσο και όλους τους ποιητές.. Χάρις νομίζω στην μεγάλη συμμετοχή των μουσικών μας όπου μ' απλωχεριά αποζήτησαν να προβάλουν μοντέρνα ποίηση.
Νάσαι καλά ο πάντα φίλος σου Κώστας Δουρίδας




Ρωμιοσύνη

III

Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε πάντα στη ράχη μας σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ' το γόνα του μεσημεριού οι άνθρωποι παν μπροστά απ' τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ' τα σκιαθίτικα καΐκια ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ' άστρα όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ' άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ' τη φούστα της και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε. Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ' τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα κάθουνται και μετράν τ' αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους κουταλοπήρουνα κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ' το πικρό του μάτι. Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο καταμεσίς στην τάπια και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ' τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία. Ήρθε η ώρα, λέει. Nάμαστε έτοιμοι. Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.







Kirkh70





3 σχόλια:

mareld είπε...

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ' άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ' τη φούστα της και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.
Γιάννης Ρίτσος

Kirki είπε...

mia omorfia to blog sou Mareld.Xrwmata kai pistepse me...kai arwmata anadyontai ap ayth.Filia polla-))

mareld είπε...

Σε ευχαριστώ καλό μου Μαγισσάκι!!!
Κι εσύ σκορπίζεις γνώση με άρωμα ψυχής!!!
Σε αγαπάω πολύ!!!