Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…Ελύτης




Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου ‘ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν’ ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως – αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ’ όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ’ εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι -ας τ’ ομολογήσουμε- και μερικά που, σάμπως ν’ ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή – πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;

Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ’ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.

Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ’ ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμου, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη -την αληθινή του άραγε;- φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ’ ένα άλλο νόημα και μ’ έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν’ αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του.

Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονταισε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ’ την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα ‘πρεπε να την ονομάσουμε “ υπερπραγματική”.

Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του ‘χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του ‘χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία – ωραία “ πραγματικότητα”; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει; Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.

Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ’ αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από την μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων.

Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ’ ένα χώρο συμβατικό, ν’ απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη – τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της.

Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ’ όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ’ επαναστατική σημαία στο χέρι, ν’ αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν’ αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν’ ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της.

Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι “ μοντέρνοι” πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ’ ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν’ αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Οδυσσἐας Ελύτης -ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ

http://feltor.wordpress.com







Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του...Καζαντζάκης


Η απολογία του Νίκου Καζαντζάκη στην ανακριτική αρχή του Ηρακλείου, που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 1925, δεν αποτελεί μόνο ένα έξοχο πολιτικό κείμενο αλλά είναι και δραματικά επίκαιρη σήμερα, την εποχή της κρίσης. Μιας εποχής που η σύγχιση, οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις αλλά και αντιφάσεις στον πολιτικό λόγο κυριαρχούν.

Παρακάτω, παραθέτουμε ένα τμήμα της διάσημης "απολογίας του Καζαντζάκη"

1- Πιστεύω ότι το σύγχρονον αστικόν καθεστώς κατέστη ανίκανον να ρυθμίσει τας συγχρόνους ανάγκας και ανησυχίας του κοινωνικού συνόλου.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ.-Στηρίζεται εις την άνισον κατανομήν του πλούτου, εις την ασύστολον εκμετάλλευσιν των εργαζομένων τάξεων υπό αρπακτικής ισχυρώς ωργανωμένης κεφαλαιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΣ.-Η ολοένα καταρρέουσα ηθική βάσις εις τας σχέσεις μεταξύ των ατόμων, παραλύει οιανδήποτε, εντός του αστικού καθεστώτος, προσπάθειαν όπως στηριχθή επί ηθικών αρχών ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή των ανθρώπων.

ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ.-Η σχεδόν καθολική έλλειψις κάθε ενδιαφέροντος δια τα κοινά, ή σχεδόν αποκλειστική εξυπηρέτησις της αρχούσης τάξεως υπό της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις βάρος της μεγίστης πλειονοψηφίας του λαού, καθιστά ανεπαρκή και επιπολαίαν οιανδήποτε αλλαγήν προσώπων ή θεσμού.

Ταύτα πάντα θεωρώ συμπτώματα της παρακμής μιας τάξεως. Η αστική τάξις απέδωκεν-και εις θαυμαστήν ποσότητα και ποιότητα-ό,τι ηδύνατο εις την σκέψιν, εις την τέχνην, εις την επιστήμην, εις την πράξιν. Επάλαισεν εναντίον της προηγούμενης της Φεουδαλικής ιδεολογίας, ενίκησεν, εδημιούργησεν, εξετέλεσεν τον προορισμόν της-αρχίζει ν’ αποσυντίθεται και να βαίνει εις εξαφάνισιν.

Τοιούτος υπήρξε πάντοτε ο ρυθμός της ιστορίας. Μια τάξις, εκάστοτε εναλάσσουσα-οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι αστοί-γεννάται, παλαίει, νικά, δημιουργεί, και εξαφανίζεται. Και άλλη τάξις την διαδέχεται, διαγράφουσα και αυτή, εις την πάροδον των αιώνων, την ιδίαν μοιραίαν τροχιάν.

Ζώμεν, ακλονήτως πιστεύω, το τέλος μιας κοινωνικής τάξεως, της αστικής.

ΙΙ- Ποία τάξις θα την διαδεχθή; Η τάξις των εργαζομένων-είτε εργάται είνε ούτοι, είτε αγρόται, είτε πνευματικοί παραγωγοί.

Η τάξις αύτη διήλθε προς ενός ήδη αιώνος, το πρώτον στάδιον της πορείας της, καθ’ ό προσεπάθει να εξεγείρη τις τας τάξεις των αστών το αίσθημα της φιλανθρωπίας και δικαιοσύνης, υπέρ των πεινώντων και αδικουμένων και ικέτευεν εξ ονόματος υψηλών ηθικών αρχών, να βελτιωθούν οι όροι της ζωής.

Ταχέως όμως σαφώς αντελήφθη ότι η πάλη των τάξεων είνε νόμος ιστορικός, αναπόφευκτος και όπως τα άτομα ούτω και οι λαοί, ούτω και αι κοινωνικαί τάξεις, διατρέχουν μοιραίως τα στάδια της γεννήσεως, της ακμής και της φθοράς.

Ουδεμία τάξις έμενε δια παντός εις την εξουσίαν. Η αστική τάξις θ’ ακολουθήση και αυτή, τον απαράγραπτον φυσιολογικόν νόμον και τότε η τάξις των εργαζομένων μοιραίως θα την διαδεχθή.

Η επίγνωσις αύτη κατέστη η αφετηρία μιας νέας όλως βαθυτέρας, αντιλήψεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της τάξεως των εργαζομένων. Αντελήφθη δια πρώτην φοράν ότι χρέος έχει να οργανωθεί, να μορφωθή, να διατυπώση ωρισμένον πρόγραμμα, αφού είνε κεκλημένη, από ιστορικήν ανάγκην αργά ή γρήγορα να διαδεχθή την άρχουσαν σήμερον αστικήν τάξιν.

Τοιουτοτρόπως συγάσσονται, συνειδητά πλέον, αναγκασμέναι από τον ιστορικόν ρυθμόν, τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Τον ρυθμόν τούτον επετάχυνεν απροσδοκήτως ο εκραγείς παγκόσμιος πόλεμος. Ο πόλεμος ούτος μετέβαλε την ψυχικήν ατμόσφαιραν του κόσμου ότι θ’ απήτει γενεά ολόκληρος δια να γίνη καταληπτόν έπειτα από την φοβεράν ταύτην δοκιμασίαν της ανθρωπότητος, αμέσως όχι μόνον γίνεται ιδέα αντιληπτή, αλλά και αγωνίζεται να μετουσιωθή εις πράξιν.

Η ψυχική αύτη μεταπολεμική αγωνία η οξεία συναίσθησις πως είνε ανάγκη πλέον να εξευρεθή μια λύτρωσις από την οικονομικήν αυτήν κοινωνικήν πολιτικήν και πνευματικήν αθλιότητα, αποτελεί σήμερον την Μεγάλην παγκόσμιον Πραγματικότητα.

ΙΙΙ- Απέναντι της Μεγάλης ταύτης παγκοσμίου Πραγματικότητος, έχομεν την Μικράν πραγματικότητα την καθαρώς τοπικήν της Ελλάδος.

Ποία είνε η Ελληνική αύτη πραγματικότης και ποία κατ’ ανάγκην ανακύπτει η σχέσις μεταξύ της Μεγάλης και της Μικράς Πραγματικότητας;

Μόνον εάν σαφώς απαντήσωμεν εις το ερώτημα τούτο θα ημπορέσωμεν ν’ αντιληφθώμεν το σύγχρονον ημών χρέος ως Ελλήνων και ως ανθρώπων.

Εις την Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη εις τόσην οξύτητα και έντασιν όσον εις άλλους βιομηχανικώς ή πνευματικώς περισσότερον προηγουμένας χώρας, η σαφής διαγραφή της πάλης των τάξεων. Εν τούτοις, σήμερον, με τα μέσα της συγκοινωνίας, με τα βιβλία, με τας εφημερίδας, με τας διαλέξεις, με την εργατικήν παγκόσμιον αλληλεγγύην, με την φοβεράν και γονιμωτάτην πείραν του μακροχρονίου πολέμου, μία Ιδέα δεν δύναται να εντοπισθή εις μίαν χώραν, αλλά υπερπηδά ταχύτατα τα σύνορα και διατρέχει όλην την γην.

Δια τούτο, είτε θέλομεν είτε μη, είτε είμεθα ώριμοι είτε μη, η παγκόσμιος αύτη Ιδέα, η οποία εις πολλάς ήδη χώρας ήρχισε να μεταβάλλεται εις τεραστίαν δύναμιν-θα παρασύρη και την Ελλάδα, χωρίς να την περιμένει να ωριμάση Βιομηχανικώς ή πνευματικώς. Η μικρά τοπική πραγματικότης θα παρασυρθή από την Μεγάλην.

Ποίον λοιπόν είναι το χρέος μας; Πιστεύω βαθύτατα ότι το χρέος των δυνάμενων να έχωσιν επίδρασιν εις τον τόπον μας, είτε επί του πεδίου της σκέψεως είτε επί του πεδίου της δράσεως είναι τούτο:

Να προσαρμόσωμεν την μικράν μας Πραγματικότητα εις την Μεγάλην. Πώς; Μορφώνοντες, φωτίζοντες τον λαόν, τονώνοντες τας ανωτέρας ηθικάς Αρχάς που απομένουν ακόμη, καταδεικνύοντες όχι μόνον πλέον τα δικαιώματα, αλλά και τας υποχρεώσεις άς έχει μία τάξις ήτις μέλλει ν’ αναλάβη ευθύνας.

Μόνον εάν τοιουτοτρόπως προπαρασκευάσωμεν τον λαόν, θα είμεθα εις θέσιν, όταν θα έλθη η μοιραία κρίσιμος στιγμή, να προσαρμόσωμεν την σημερινήν παγκόσμιον ορμήν προς αναδημιουργίαν με τας ιδιαιτέρας συνθήκας του τόπου μας, με την ειδικήν ψυχολογίαν της ιστορίας και του λαού μας.

Ο αγών, όπως τον αντιλαμβάνωμαι, δεν είναι απλώς οικονομικός. Η οικονομική χειραφέτησις είναι μόνον μέσον προς ψυχικήν και πνευματικήν χειραφέτησιν του ανθρώπου. Δεν ζητούμεν ν’ ανατρέψωμεν την θρησκείαν, την οικογένειαν, την Πατρίδα, αλλά να δώσωμεν ανώτερον, βαθύτερον περιεχόμενον εις την θρησκείαν, εις την οικογένειαν, εις την Πατρίδα.

Ολοι, όσοι πονούμεν τον άνθρωπον, έχομεν χρέος α) να μην ανεχώμεθα πλέον την αδικίαν και την ανηθικότητα της συγχρόνου κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής β) να διασώσωμεν και να τονίσωμεν το δικαίωμα, το οποίον έχει ο λαός να θέλη να βελτιώση την θέσιν του. Και όχι μόνον το δικαίωμα αλλά και την δύναμιν να υψώση το επίπεδον της όλης ζωής του.

Σκοπός μας είναι να δημιουργήσωμεν μίαν ανωτέραν ηθικήν, να φέρωμεν δικαιοσύνην εις τον κόσμον, να δώσωμεν βαθυτέραν έννοιαν εις την αρετήν, εις την τιμήν, εις την ανθρωπότητα.

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα. Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα, ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει, φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες, κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα. Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.

Μα μέσα μου, μια Κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη. Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα, ένα κομμάτι από τ' ορατό κι αόρατο Σύμπαντο. Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω, οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες.

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του.

Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, δε φωνάζω μοναχός μου. Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του Σύμπαντου φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου.

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, και Κάποιος αποπάνω μου περνάει και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, ν' ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!


Πιστεύω σ' ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο πάσχοντα μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακρότατα σύνορα, στρατηγό αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.
Πιστεύω στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω πίσω από την απαυτή ροή του την ακατάλυτη ενότητα.
Πιστεύω στον άγρυπνο βαρύν αγώνα Του, που δαμάζει και καρπίζει την ύλη τη ζωοδόχα, πηγή φυτών και ανθρώπων.
Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας με το θάνατο. "Βοήθεια!" κράζεις, Κύριε. "Βοήθεια!" κράζεις, Κύριε, κι ακούω.
Μέσα μου οι προγόνοι και απογόνοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε με τρόμο, με χαρά, την κραυγή Σου.
Μακάριοι όσοι την ακούν και χύνουνται να σε λυτρώσουν Κύριε, και λεν: "Εγώ και συ μονάχα υπάρχουμε".
Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί Σου Κύριε, και λεν: "Εγώ και Συ είμαστε Ένα".
Και τρισμακάριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό: "Και το Ένα τούτο δεν υπάρχει!"Ν.Κ.











Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον, αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά..












"Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον' αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μαθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο"

"Αόρατες πόλεις" του Ίταλο Καλβίνο


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Så skimrande var aldrig havet och stranden aldrig så befriande...








Εράκι..πάντα μας λείπεις...


Så skimrande var aldrig havet

och stranden aldrig så befriande,
fälten, ängarna och träden, aldrig så vackra
och blommorna aldrig så ljuvligt doftande
som när du gick vid min sida
mot solnedgången, aftonen den underbara,
då dina lockar dolde mig för världen,
medan du dränkte alla mina sorger,
älskling,
i din första kyss.













Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Με τον ίδιο εσωτερικό του έλεγχο, πετούσε μες από βαριά θαλασσινή ομίχλη κι ανέβαινε ακόμα πιο ψηλά στον αστραφτερό καθαρό ουρανό...





..το να βρουμε αυτο που θα θελαμε να κανουμε περισσοτερο απο καθε αλλο
πραγμα στη ζωη μας και να τραβηξουμε προς τα εκει με θαρρος, ακλονητη
αποφασιστικοτητα και επιμονη, ειναι ο δρομος ολων εκεινων που τολμουν
να ζουν ευτυχισμενοι.

Ως ανταλαγμα για αυτη την προσπαθεια μας θα μας περιφρονησουν,
θα μας χλευασουν και θα μας εξοστρακισουν απο τον κυκλο τους
οι φιλοι και οι συγγενεις.

Αν επιμεινουμε ομως,αν αντεξουμε τη μοναξια μας και μεινουμε αφοσιωμενοι
σε αυτο που με τοση αγαπη αποφασισαμε να κανουμε, τοτε θα ανακαλυψουμε
οτι εχουμε καινουριους φιλους και κανουριους συγγενεις, οι οποιοι ηδη
συμμεριζονται τις αξιες και τα ιδανικα που εχουμε επιλεξει,
κι οτι μαζι τους θα πεταξουμε πολυ πιο μακρια και πιο ψηλα
απο οσο μπορουμε να ονειρευτουμε....

Ο γλαρος Ιωναθαν Λιβινγκστον
Richard Bach
http://www.ekfrasis.



«Το νόημα του Ιωνάθαν εξακολουθεί να βρίσκεται στον ψίθυρο του ανέμου, που άκουσα εκείνα τα χρόνια στα φτερά ενός γλάρου και που έλεγε : ΠΕΤΑΞΕ !
"Πέταξε" σημαίνει αποδεσμεύσου, σπάσε τις προσκολλήσεις, έχε εμπιστοσύνη στη δύναμη του αόρατου.
Να βρούμε εκείνο, που αγαπάμε να κάνουμε περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο και να εξακοντίσουμε τον εαυτό μας προς αυτή την αγάπη με θάρρος, επιμονή και απόλυτη αποφασιστικότητα» Richard Bach





Εκεί ρόδια, κυδώνια θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας...







Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Αυτό που θαυμάζουμε στην ελληνική τέχνη της ακμής, δεν είναι αυτό που πίστεψαν οι Δυτικοί ότι συνεχίστηκε με την Αναγέννηση. Ούτε αυτό που πραγματοποιήσανε αργότερα με τα νεοκλασσικά κτίρια που κοσμούν τις πρωτεύουσές τους. Είναι μια ειδική αίσθηση για τα πράγματα και τις αναμεταξύ τους σχέσεις, που οδηγεί στην ευγένεια, είτε καταπιάνεσαι με μεγάλα είτε με ταπεινά έργα. Για την αντίληψή μου –θα μπορούσα να πω για την αντίληψη ολόκληρης της γενεάς μου– η συνέχεια του πνεύματος εκείνου πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τον λαϊκό πολιτισμό. Μια εσωτερική αυλή σπιτιού με τους ασβεστωμένους τοίχους, τα λουλούδια στους τενεκέδες, τα πέτρινα σκαλάκια, ή ένας περίβολος μοναστηριού με τα κυπαρίσσια, τη στέρνα, τις στοές και τα κελλιά, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην αντίληψη που έφτιαχνε τους Απόλλωνες και τις νίκες, τους Οσίους και τις Θεομήτορες, απ’ όλες τις μεγαλόπρεπες κολόνες και μετόπες των Ευρωπαϊκών Ανακτόρων. Και αυτό συνέβη επειδή, αξεδιάλυτα συνυφασμένα, το τοπίο και η γλώσσα, επιβιώσανε μέσα στο ομαδικό υποσυνείδητο, διατηρηθήκανε μέσα στους ύμνους της Ορθοδοξίας και στα Δημοτικά Τραγούδια –το παρατηρούμε αυτό εντελώς ιδιαίτερα στην Κύπρο– και έφτασαν ώς τις μέρες μας, είτε οι καιροί ήτανε καλοί είτε χαλεποί. Τολμώ, μάλιστα, να πω ότι λειτουργήσανε πιο οργανικά και πιο έντονα στη δεύτερη περίπτωση – κάτι που γεννά την απορία των ξένων και παραμένει για την αντίληψή τους ακατανόητο. Πολύ συχνά μου έτυχε να με ρωτήσουνε στις συνεντεύξεις: Για ποιό λόγο η ποίηση η ελληνική γυρίζει στην μοίρα του φορέα της; Καμιά σχεδόν ποίηση ξένης χώρας δεν ασχολείται με την Ιστορία και την μοίρα του λαού της. Τους απάντησα: Επειδή ο Ελληνισμός έζησε πάντοτε κοντά στον κίνδυνο. Επειδή ό,τι κινδυνεύει, ζητάς να το διασώσεις. Επειδή νιώθουμε μόνοι. Επειδή σαν πολιτιστική μονάδα δεν έχουμε συγγενείς.
Και επειδή –προσθέτω εγώ τώρα μεταξύ μας– στο βάθος, μας φοβόντουσαν πάντοτε, όσο αδύναμοι και αν είμασταν. Και μας πολεμούσανε, «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι!», για να ξαναθυμηθώ τον Σολωμό..

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ





Ο Ελληνισμός είναι μια κοινότητα που με ποικίλες μορφές και κάτω από ποικίλες περιστάσεις αντίξοες, δραματικές, εξοντωτικές κάποτε, κατάφερε παρ’ όλα αυτά να επιβιώσει. Δεν ξέρω αν έχουμε άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία. Και το μόνο του όπλο, αλλά ένα όπλο μοναδικό και παντοδύναμο, εστάθηκε η γλώσσα του. Η «ελληνική λαλιά», όπως έλεγε ο Καβάφης, «ως την Βακτριανή την πήγαμε – ως τους Ινδούς».







Όνειρα Τραγουδώ για τα όνειρα Χρωματίζω τα βήματα που ξεχάσαμε πια..Τάκης Σωτηρχέλλης



Τραγουδώ για όνειρα

Στίχοι/Μουσική: Τάκης Σωτηρχέλλης
Ενορχήστρωση: Αχιλλέας Τσαγκαρίδης
ΔΙΣΚΟΣ: «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ»

Όνειρα
Τραγουδώ για τα όνειρα
Χρωματίζω τα βήματα
που ξεχάσαμε πια
Σφάλματα
και με πιάνουν τα κλάματα
Τόση απάτη που έκρυβε
το παιχνίδι αυτό

Θα βγω
δυνατά να το πω
Οι στιγμές λιγοστές
δίχως μάσκες φτηνές,
είναι οι λύσεις απλές
Θα βγω
δυνατά να το πω
Δίνει η φύση ρυθμό,
δε μου πάει να ξεχνώ,
της ζωής τις φωνές

Όνειρα,
ξεσκονίζω τα χρώματα
πού ονομάσαμε Χίμαιρα
στο κυνήγι αυτό
Σφάλματα
και με πιάνουν τα κλάματα
που χτυπάμε πισώπλατα
της ζωής το φιλί

Θα βγω
δυνατά να το πω
ζούμε λάθος ρυθμό,
όνειρό μου τρελό,
πώς μπορείς μοναχό
Θα βγω
δυνατά να το πω
Έτσι απλά σ' αγαπώ,
τις στιγμές σου ζητώ
σ' αγκαλιάζω και ζω

Θα βγω
δυνατά να το πω
Έτσι απλά σ' αγαπώ,
τις στιγμές σου ζητώ
σ' αγκαλιάζω και ζω




Η Ελλάδα είναι τόπος δύναμης. Ο Ηράκλειτος πάτησε εδώ. Και όχι μόνον αυτός. Η πατρίδα είναι Φως. Ηλιος. Μια χούφτα γης και να υπάρχει ακόμα..Κ. Γώγου



Η ΓΛΩΣΣΑ

Από τα ομορφότερα δώρα φύσης και ανθρώπου προς άνθρωπο,αλώθη. Εννοιες και λέξεις προδώσανε τον Ανθρωπο. Παραπληροφορούνε. Μετατράπηκαν,γι α τους πιο ευαίσθητους,σε μοναχικό τρομώδες παραλήρημα. Οι υπόλοιποι; Καμμιά ερώτηση,καμμιά απάντηση,καμμιά επικοινωνία.
Η μαγεία των αριθμών μετατράπηκε στο εξευτελιστικό "Πόσα;"
Δεν είμαι σοφή,ούτε φιλόσοφη. Δεν ξέρω καν αν είμαι ηθοποιός ή ποιήτρια. Γι αυτό που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικό πάθος τον Άνθρωπο. Ζητάω ταπεινά συγχώρεση απ αυτούς που αληθινά σκύψανε στην ψυχή του Ανθρώπου,είτε σα διανοούμενοι ή σαν τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη-παραδείγματα γραφής,ψυχής,θρύλου,ζωής. Σ όλους τους συμπατριώτες μου-κάποιοι ασέλγησαν πάνω τους. Χάθηκαν έννοιες πρωταρχικές,όπως:σεβασμός,αλληλεγγύη,ελευθερία,αγάπη. Θεωρώ καθήκον μου να μιλήσω,γιατί είμαι σίγουρη ότι το εργαλείο γλώσσα(κώδικας για μένα ψυχής)οι όποιες πολιτικές και υψηλότερα ιστάμενες εντολές...εξετελέσθησαν με πλήρη επιτυχία. Δυστυχισμένοι κι αυτοί...Η Ελλάδα είναι τόπος δύναμης. Ο Ηράκλειτος πάτησε εδώ. Και όχι μόνον αυτός. Η πατρίδα είναι Φως. Ηλιος. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση:μια χούφτα γης και να υπάρχει ακόμα. Είμαστε όμως τώρα στην ύψιστη ιστορική της στιγμή. Αισθάνομαι,άλλωστε ποιος άλλος λόγος να μπαίνω σε τέτοιο θέμα,πως τώρα μπορούμε. Εχουνε όλα καταρρεύσει. Θάνατοι από φωτιά στην Ελλάδα....μπερδευτήκανε όλοι,όλα. Ξεχάσανε τον κοινό τους όρκο. Πουλάνε έναντι φαστ φουντ τον Ολυμπο,τα νησιά του Ελύτη.
Πιστεύω πως σε κάθε Ελληνα,ό,τι όνομα και να του δίνει,κοιμάται μέσα μας ένας Χριστός.
Για μένα Θεός είναι η Αλήθεια.
Αυτό-πως να το πω-το όπλο μας είναι ισχυρότερο κι απ' το τελειότατης επίσης ,εκτέλεσης όπλο οριστικού θανάτου. Μιλώ για την ηρωίνη γιατί αποδεκάτισε παιδιά. Είναι θέμα τιμής,λοιπόν,διότι πολεμιστές και πολεμίστριες είμαστε,να γείρουμε λίγο και ξανά να θυμηθούμε.
Θέλω να ξαναβρεθούμε.
Δε θέλω να χαθούμε.

Κατερίνα






“Η ζωή είναι είτε μία παράτολμη περιπέτεια είτε ένα τίποτε” Helen Keller







Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Αμυγδαλάκι τσάκισα και μέσα σε ζωγράφισα...

Animated Flowers Pictures, Images and Photos


Ύμνος στη θάλασσα
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Έναν ύμνο λαχτάρησα στη θάλασσα σε ρυθμούς απλωμένους σαν τις κραυγές
των κυμάτων
στη θάλασσα όταν ο ήλιος στα νέρα της σαν κατακόκκινη σημαία κυματίζει
στη θάλασσα όταν φιλά τα χρυσαφένια στήθη των παρθένων ακτών που καρ-
τερούν διψασμένες
στη θάλασσα καθώς ουρλιάζουν οι ορδές της κι εξακοντίζουν οι άνεμοι τις
βλαστήμιες τους
όταν αστράφτει μέσα στ’ατσάλινο νερό η λαμπερή και αιμόφυρτη σελήνη
στη θάλασσα όταν πάνω της διαχέει την απροσμέτρητη πίκρα του το κύ
πελλο των Άστρων.

II

Σήμερα κατηφόρησα απ’το βουνό στην κοιλάδα
κι απ’την κοιλάδα στην θάλασσα.
ο δρόμος τράβαγε μακρύς όσο κρατάει ένα φιλί.
Οι μυγδαλιές σκορπούσαν τις γαλανές σκιές των κορυφών τους πάνω στο μο-
νοπάτι

και στην κορφή της κοιλάδας, ο ήλιος
τινάζει τις ολόχρυσες Γολκόνδες του στο γλαυκό σου δάσος:Θάλασσα!
Μητέρα,Αδελφή,Ερωμένη...!
Μπαίνω μες στους απέραντους κήπους των νερών σου και κολυμπώ μακριά
από τη στεριά.
Τα κύματα έρχονται,με τους εύθραυστους θυσάνους των αφρών και χάνο-
νται μες τη βουή.Προς την ακτή.
Με τις κοκκινωπές βουνοκορφές της
με τα γεωμετρικά της σπίτια
με τις φοινικιές της,έρμαια του ανέμου
που τώρα έχουν γίνει πελιδνά και παράλογα σαν αποκρυσταλλωμένες μνή-
μες!

Ω θάλασσα! Ω Ήλιε!. Ω απέραντη κοίτη!
Και ξέρω γιατί. Σ΄αγαπώ. Ξέρω πως είμαστε πολύ γερασμένοι,
Κι ότι εμείς οι δύο γνωριζόμαστε εδώ κι αιώνες.
Ξέρω πως στα λεπτά και γελαστά νερά σου πρωτάναψε ο όρθρος της Ζωής.
(Στην τέφρα ενός τριτογενούς απομεσήμερου, ακούστηκαν οι πρώτοι μου παλμοί στην αγκαλιά σου)
Ω πρωτεόμορφη, βγήκα από μέσα σου!
Κι οι δυο μας αλυσοδεμένοι και περιπλανώμενοι
Κι οι δυο μας με ακόρεστη τη δίψα γι΄άστρα
Κι οι δυο μας φως, αέρας, δύναμη, σκοτάδια
Κι οι δυο μας με τις απέραντες επιθυμίες μας, μα και τη φοβερή μας δυστυχία!

Χόρχε Λουίς ΜΠΟΡΧΕΣ
απόσπασμα από τον Υμνο στη Θάλασσα 1919





ΘΑΛΑΣΣΑΚΙ

Παραδοσιακό. Διασκευή: Αντώνης Απέργης
Ερμηνεία: Κώστας Παυλίδης

Γίνε πουλί μου θάλασσα κι εγώ το ακρογιάλι
να 'ρχεσαι με τα κύματα στην εδική μου αγκάλη

Θάλασσα κι αλμυρό νερό
να σου κακιώσω δεν μπορώ

Ο μισεμός είναι καημός το έχε γεια είναι ζάλη
και το καλώς ορίσατε είναι χαρά μεγάλη

Αμυγδαλάκι τσάκισα
και μέσα σε ζωγράφισα

Σταλαγματιά σταλαγματιά το μάρμαρο τρυπιέται
κι αγάπη που δεν παίρνεται δεν πρέπει ν' αγαπιέται

Θάλασσα θαλασσάκι μου
και φέρε το πουλάκι μου




Τώρα που φεύγεις δυο νότες παίξε και στη σελήνη μ΄ έρωτα φέξε...

Flowers, Beautiful Flowers,  Animated Flowers, Flores, Keefers Pictures, Images and Photos


Βάλς του αποχωρισμού

Στίχοι: Ανδρέας Παράσχος
Μουσική: Τάκης Σωτηρχέλλης
Ενορχήστρωση: Αχιλλέας Τσαγκαρίδης
ΔΙΣΚΟΣ: «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ»

Τώρα που φεύγεις δυο νότες παίξε
και στη σελήνη μ΄ έρωτα φέξε.

Πού ΄ναι σκοτάδι κι αυτή πονεί
για τ΄όνειρό σου μεσ΄τη βροχή.

Κι αν φύγεις αύριο εδώ θα μείνεις
να φτιάχνεις όνειρα καθώς θα πίνεις.

Τώρα που φεύγεις δυο νότες παίξε
και στη σελήνη μ΄ έρωτα φέξε.

Πικρός που είναι ο χωρισμός
δεν τον αντέχει ψυχή στο φως.

Κι αν φύγεις αύριο θα σου φυλάξω
ένα σου δάκρυ στίχο να γράψω.






«Μην προσφωνείς τη βροχή, ποιητή, φτιάξε τη βροχή» Vicente Huidobro





Ταξίδι στη βροχή

Στίχοι: Τάκης Σωτηρχέλλης

Μουσική: Τάκης Σωτηρχέλλης
Πρώτη εκτέλεση: Τάκης Σωτηρχέλλης

Όνειρο κι αυτό
σ' αγγίζω και σε χάνω
μάτια μου γλυκά μου
αχ πόσο σ' αγαπώ

Ένα σου φιλί
θέλω να χορτάσω
αχ να το κρατήσω
για πάντα φυλακτό

Βγαίνω στη βροχή
μόνο αυτή σου μοιάζει
μάνα που αγκαλιάζει
ό,τι όμορφο ξεχνώ

Έφερα κρασί
αντάμα να το πιούμε
που φεύγεις να τα πούμε
για ύστερη φορά

Και σου τραγουδώ
δεν μπορώ να κλάψω
μέσα απ' το τραγούδι
βρίσκω ό,τι αγαπώ





Animated Flowers Pictures, Images and Photos

και είναι πιο γλυκό πιο χρήσιμο πάνω απ' όλα πιο γλυκό ν' αναγνωρίζεις ότι ο χρόνος περνά και περνά ο χρόνος και κάνει θόρυβο..

Animated Flowers Pictures, Images and Photos


«Άς κάνουμε μία συμφωνία»

Mario Bendetti

Hagamos un trato


Compañera
usted sabe
puede contar
conmigo
no hasta dos
o hasta diez
sino contar
conmigo

si alguna vez
advierte
que la miro a los ojos
y una veta de amor
reconoce en los míos
no alerte sus fusiles
ni piense qué delirio
a pesar de la veta
o tal vez porque existe
usted puede contar
conmigo

si otras veces
me encuentra
huraño sin motivo
no piense qué flojera
igual puede contar
conmigo

pero hagamos un trato
yo quisiera contar
con usted

es tan lindo
saber que usted existe
uno se siente vivo
y cuando digo esto
quiero decir contar
aunque sea hasta dos
aunque sea hasta cinco
no ya para que acuda
presurosa en mi auxilio
sino para saber
a ciencia cierta
que usted sabe que puede
contar conmigo.







"αλλά όλα είναι καθαρά
και είναι πιο γλυκό
πιο χρήσιμο
πάνω απ' όλα πιο γλυκό
ν' αναγνωρίζεις ότι ο χρόνος περνά
και περνά ο χρόνος και κάνει θόρυβο
και να νοιώσεις με τη μιά για πάντα
ξεχασμένος και ήρεμος
όπως ένα μηδενικό στ' αριστερά"