
Ποιός είναι ο δυνατός;
– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του.
Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι.
Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους.
Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους.
Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες.
Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό.
Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του,
κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε.
Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα.
Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές.
Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!

Τα χρώματα
– Τι χρώμα έχει η λύπη;
Ρωτησε το αστέρι την κερασιά
και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου
που περνούσε βιαστικά.
Δεν άκουσες;
Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα
την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της.
Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα;
Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τί χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα!
Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο,
να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη.
Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη;
Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι…
Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

Ελπίζω!
– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε.
Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με.
Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές.
Σε νιώθω.
Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά;
Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα.
Δε σταματάει πουθενά η ζωή.
Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες,
που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους.
Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι.
Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή.

Στον Ισκιο των πουλιών
Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις.
Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ' ένα λουλουδάκι.
Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει
προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.


Προσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς
που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου
μ' ένα λουλούδι στο χέρι..










_Rose.jpg)













.jpg)

.jpg)












