Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας δολοφονίας
Το πρωί του Σαββάτου 6 Δεκεμβρίου 2008, σε ένα συμπόσιο ψυχοθεραπευτών για τα προβλήματα της νεολαίας στο κέντρο της Αθήνας το μήνυμα ήταν σαφές: Η κοινωνικοπολιτική πίεση που ασκείται στους νέους ανθρώπους ήταν αναπόφευκτο πως, κάποια στιγμή, θα ξέσπαγε με απρόβλεπτες συνέπειες. Λίγες ώρες αργότερα, ο 15χρονος Αλέξης Γρηγορόπουλος έπεφτε νεκρός στην περιοχή των Εξαρχείων από τις σφαίρες του αστυνομικού Επαμεινώνδα Κορκονέα, πυροδοτώντας σχεδόν πρωτόγνωρες βίαιες κοινωνικές αντιδράσεις, σε ολόκληρη της χώρα. Στο «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» προβάλλεται επίσης, για πρώτη φορά, ολόκληρο το βίντεο της δολοφονίας, ενώ αυτόπτες μάρτυρες περιγράφουν τις συγκλονιστικές τελευταίες στιγμές του Αλέξη, και τη πραγματικότητα που καιροφυλακτεί, έτοιμη να «ξυπνήσει» το φάντασμα του Δεκέμβρη του 2008. Για το χθες και το σήμερα του Δεκέμβρη του 2008, μιλούν επίσης, ο τότε υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέξης Τσίπρας, ο τότε Γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού και Προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας Νίκος Καραχάλιος, ο Στέφανος Μάνος και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος δικηγόρος της οικογένειας Γρηγορόπουλου.
Δώστε μου φως
Δώστε μου φως, δώστε μου ήχο αφήστε με σε μια γωνιά να ζήσω Δώστε μου χρώματα, δώστε μου τοίχους αφήστε με να τους γεμίσω στίχους
Και σε μια στείρα μήτρα βάλτε με αφήστε με, ξεχάστε με Και σε μια στείρα μήτρα βάλτε με αφήστε με, ξεχάστε με
Σε κήπους με λουλούδια, θε να μπω και με γυμνά τα πόδια μου να τρέξω από τα λάθη σας να γιατρευτώ και σα μικρό παιδί να παίξω
Δώστε μου φως, δώστε μου ήχο αφήστε με σε μια γωνιά να ζήσω Δώστε μου φως, δώστε μου ήχο αφήστε με σε μια γωνιά να ζήσω
Σε κυπαρίσσια πλάι να σταθώ και να ορθώσω το ανάστημά μου από γλυκό σταφύλι να μεθώ και να ξεχάσω ως και τόνομά μου
Δώστε μου χρώματα και τοίχους αφήστε με να τους γεμίσω στίχους Δώστε μου χρώματα και τοίχους αφήστε με να τους γεμίσω στίχους
Δώστε μου φως, δώστε μου ελπίδα μια χαραμάδα να γλυστρά του ήλιου αχτίδα Δώστε μου χρώματα να βάψω τους μαύρους τοίχους που μου λέτε να κοιτάξω
Και σε μια μήτρα μέσα βάλτε με αφήστε με, ξεχάστε με Και σε μια μήτρα μέσα βάλτε με αφήστε με, ξεχάστε με
Γαλάζιους ουρανούς θέλω να δω αφήστε με, πετάξτε με τα ψέμματά σας να απαρνηθώ και μόνος τη ζωή μου να χαράξω
Δώστε μου φως, δώστε μου ελπίδα μια χαραμάδα να γλιστρά του ήλιου αχτίδα και σε μια στείρα μήτρα βάλτε με αφήστε με, ξεχάστε με
Την πόλη που αγάπησα να δω μεσ’από στάχτες να ξαναγιεννιέται το μέλλον που μου κρύψανε να βρω να σβήσω τη φωνή που καταριέται
Δώστε μου χρώματα να βάψω τους μαύρους τοίχους που μου λέτε να κοιτάξω
και σε μια στείρα μήτρα βάλτε με αφήστε με ξεχάστε με και σε μια στείρα μήτρα βάλτε με αφήστε με ξεχάστε με
Ζήτησα χρώματα, κόκκινο είδα 6 Δεκέμβρη στην άσφαλτο κουκίδα Στον τοίχο έριξα κλεφτή ματιά δεν σας αντέχω, ψεύτες φτάνει πια
Σε μήτρα πίσω ξαναβάλτε με αφήστε με ξεχάστε με Σε μήτρα πίσω ξαναβάλτε με αφήστε με ξεχάστε με
Ελπίζω νακουσα καλά :) roulakaramitrou
Της φωτιάς και της νύχτας
Η φωτιά καίει και δεν θεσμίζει
είναι της νύχτας και πολύ ποιητική να δείξει μια κατεύθυνση καινούριου κόσμου
οι μάζες που πεινάνε για νεκρό θα γλείφουν αύριο τη μπότα που θα τους υποσχεθεί ανεύθυνη ασφάλεια
Παροπλισμένοι κλέφτες δοκιμάζουν τις γραβάτες τους να ορκιστούν αυριανή κυβέρνηση…
Μηνάς Αποστολόπουλος
Τα συνθήματα
Συγκροτούν το αδιαμεσολάβητο νόημα της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Τα συνθήματα που φώναξαν οι νέοι και οι μαθητές διαδηλώνοντας στους δρόμους, τα συνθήματα που γράφτηκαν σε τοίχους κτιρίων και ΑΕΙ συμπυκνώνουν τις αγωνίες, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα της νεολαίας.
Είναι η απάντηση των «προγραμμένων» της κοινωνίας στο σημερινό, κυρίαρχο αλλά αποτυχημένο και απαξιωμένο σύστημα πολιτικής ηθικής. Προτάσσοντας συχνά το χιούμορ, αποτελούν τον κώδικα επικοινωνίας της νέας γενιάς που ασφυκτιά και αντιστέκεται στην απροκάλυπτη βία της εξουσίας.
Συγκεντρώσαμε τα πιο σημαντικά από αυτά, και τα παραθέτουμε σ' ένα μικρό ιστορικό φλας-μπακ.
Συνθήματα μαθητών-διαδηλωτών:
*Η δημοκρατία σας βρωμάει δακρυγόνο
*Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες, ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες
*Το όπλο του μπάτσου είναι μαγικό, ρίχνει στον αέρα και βρίσκει στο ψαχνό
*Εμείς θα πούμε την τελευταία λέξη, αυτή η νύχτα είναι του Αλέξη
*Με σφαίρες και βία δεν γίνεται παιδεία
*Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι
*Μπάτσοι, γουρούνια, δενδροκόμοι (όταν τα ΜΑΤ φύλαγαν το Χριστουγεννιάτικο δένδρο στο Σύνταγμα).
*Φοράτε μπλε στολές και άσπρα καπελάκια, εσείς δεν είστε μπάτσοι, είστε τα στρουμφάκια
*Τα υπουργεία λένε τους μαθητές αλήτες, αλήτες είναι τα ΜΑΤ κι οι ασφαλίτες
*Κάθε μια ώρα θα κάνουμε πορεία, οι μπάτσοι θα πεθάνουνε απ' την ορθοστασία
Αλλα συνθήματα:
*Ο καναπές σου, η συμμετοχή σου
*Θα κάνουμε πορεία ως τη Δευτέρα Παρουσία, δεν θα μείνει τράπεζα ούτε για ληστεία...
*Πορεία θα κάνουμε μέχρι τη Λαμία, σιγά μην πληρωθείτε για την υπερωρία
*Οταν οι μπάτσοι σκοτώσουν τα παιδιά σας τότε θα βγείτε κι εσείς απ' τα κλουβιά σας
*Αλλοι κρύβονται πίσω από κουκούλες και άλλοι πίσω από οφ σορ εταιρείες
*Εμπρός λαέ στο δρόμο των αγώνων, ΚΑΤΩ η κυβέρνηση των δολοφόνων
*Σταματήστε να κοιτάτε και βγείτε στους δρόμους (από την κατάληψη στην ΕΡΤ)
*Και οι πέτρες εξοστρακίζονται
*Αφήστε τα ποτά και βγείτε στα στενά (από πορεία σε Γκάζι-Ψυρρή)
*Παίζετε με τους φόβους μας και το μέλλον μας. Αν ξεπεράσουμε τους φόβους μας δεν έχουμε όρια
*Πόλη που καίγεται, λουλούδι που ανθίζει
*Από την ατομική επανάκτηση και τη συλλογική απαλλοτρίωση στη γενικευμένη λεηλασία
*Σε κάθε γωνιά υπάρχει αστυνομία, η χούντα δεν σταμάτησε το '73
*Θέλουμε να μάθουμε, θέλουμε να ζήσουμε, θέλουμε να μπορούμε να ονειρευόμαστε
*Merry ChristMAT
*Merry crisis and a happy new Fear
*Τα Χριστούγεννα αναβάλλονται, έχουμε εξέγερση
*Στάχτη και Burberry (στο ομώνυμο κατάστημα)
*Αθώος, μάγκας και πιτσιρικάς, θα μπορούσε να είναι ένας από μας
*Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας
*Αλέξη μη φοβάσαι, είμαστε μαζί σου, αυτό το κωλοκράτος θα πέσει προς τιμή σου
*Απενεργοποιήστε τα κινητά σας, ενεργοποιήστε τη συνείδησή σας (από παρέμβαση-κατάληψη του Εθνικού Θεάτρου)
*Δεν παζαρεύουμε μια μίζερη ζωή, τίποτα λιγότερο από τα πάντα
*Κουμής-Κανελλοπούλου μας οδηγούν και αυτοί στους δρόμους θα δικαιωθούν
Συνθήματα γραμμένα σε τοίχους του Πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης:
*Εσείς μιλάτε για κέρδη και ζημιές, εμείς για ανθρώπινες ζωές
*Μισό δισ. οι ζημιές; Σιγά, 28 δώσανε στις τράπεζες αλλά κανείς δεν τους είπε αλήτες
*Σπέρνεις καταπίεση, θερίζεις φωτιά
*Πάνω στην εθνική ενότητα χτίζεται η κοινωνική εκμετάλλευση
*Μη βλέπετε ειδήσεις, η αλήθεια βρίσκεται στους δρόμους
*Το κράτος παρακράτησε
*Εδώ πατάς, εκεί ματάς
*Προπαγάνδα είναι να βαφτίζεις τους εξεγερμένους «αλήτες κουκουλοφόρους» και τους χρυσαυγίτες «αγανακτισμένους πολίτες»
*Δημόσια δωρεάν χημεία
*Τα οδοφράγματα κλείνουν δρόμους αλλά ανοίγουν περάσματα
*Η εξέγερση ή θα είναι γιορτή ή τίποτα
"Υπάρχουν αναρχικοί, άναρχα άτομα δεν υπάρχουν. Εχω τις προσωπικές μου αρχές που άλλες συμφωνούν κι άλλες δεν συμφωνούν με αυτές της κοινωνίας. Δεν είμαι απόλυτος πάνω σ' αυτές τις αρχές. Είμαι ρευστός και αυτό εξαρτάται από την καθημερινή μου ζωή και από τις εμπειρίες. Για να μη γίνει ρευστότητα, διάλυση, αυτοκαταστροφή, ισορροπώ αυτή τη ρευστότητα με μια συνέπεια που φαίνεται στις σχέσεις μου με τους άλλους"
Στον Ανεμάκο μας με πολλή αγάπη από τη δροσοσταλίδα...
Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει " Τάσος Λειβαδίτης
Ενοχή, η ανοχή μας
«Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε; Γι αυτόν αγωνιστήκαμε; Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά»; Από την «Πατρίδα των καιρών» - Γ.Δ.
Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, μιλάμε με πάθος κατά των «σάπιων πολιτικών και του άθλιου πολιτικού συστήματος». Περιγράφουμε με τα χειρότερα λόγια την καθημερινότητά μας και φανταζόμασθε από γκρίζα έως κατάμαυρη τη ζωή μας στο άμεσο μέλλον. Όμως, στις συζητήσεις για την κατάσταση που έφτασε ο τόπος, δεν άκουσα ποτέ φωνές αυτοκριτικής. Κανένας συνομιλητής μου δεν ανακάλεσε από τη μνήμη του πράξεις καθώς και την ευθύνη που φέρουμε όλοι, όντες έτσι συνυπεύθυνοι στο να είναι πραγματικά αντάξιοί μας οι σημερινοί πολιτικοί ηγέτες.
Η πλειονότητα των πολιτών, παρακάλεσε τον τοπικό πολιτευτάκο για ένα ρουσφέτι. Η πλειονότητα των γονέων φρόντισε να διορίσει «από το παράθυρο» τα παιδιά της στο Δημόσιο, γνωρίζοντας ότι έτσι στηρίζει την αναξιοκρατία και κλείνει την πόρτα σε έναν πραγματικά ικανό νέο. Η πλειονότητα των πολιτών «λάδωσε» γιατρούς δημόσιων νοσοκομείων, εφοριακούς, υπαλλήλους, ασφαλιστικών ταμείων, δημοσίων υπηρεσιών κ.ά. αφού κατά το κοινώς λεγόμενο «αν δεν λαδώσεις δεν κάνεις τη δουλειά σου και μπορεί να κλείσει και η επιχείρησή σου». Πολλοί ζήτησαν και έλαβαν παράνομες γεωργικές επιδοτήσεις. Πολλοί κτίσανε κατά παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας.
Όσοι δεν ανήκουν σε αυτή την πλειονότητα, γνώριζαν, έβλεπαν, παρακολουθούσαν την προϊούσα κοινωνική σήψη. Ανέχτηκαν επί δεκαετίες τον δυσώδη κατήφορο. Και αυτή η ανοχή δραστών και θεατών, συνιστά τη μεγαλύτερη ενοχή μας. Αυτή η ανοχή δημιούργησε πρότυπα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, συμπεριφορές ατομικισμού, βολέματος και απομονωτισμού στους νέους και μας οδήγησε σταδιακά στην μέγιστη εσωστρέφεια, στην διόγκωση του προσωπικού και την άπωση του συλλογικού.
Έτσι αδύναμους, απομονωμένους, χωρίς πολιτική σκέψη και συνείδηση, αμήχανους, βωβούς και άπραγες μας άγουν και μας φέρουν πολιτικοί χωρίς ανάστημα, οι οποίοι υποτιμούν συνεχώς και προκλητικά τη νοημοσύνη μας. Οι οποίοι έχουν την πεποίθηση ότι έχουν χαθεί τα υγειή αντανακλαστικά, επειδή βολεμένη η κοινωνία στον μικρόκοσμο των επιμέρους συμφερόντων της, ανέχθηκε επί δεκαετίες την πελατειακή άσκηση της εξουσίας. Είναι αυτοί οι διαβρωμένοι και υπαίτιοι, που σπεύδουν να μιλήσουν για την ανάγκη ανανέωσης της πολιτικής ζωής, την οποία κατά αυτονόητο για αυτούς τρόπο πρέπει να εμπιστευτούμε αποκλειστικά στους ίδιους. Είναι αυτοί και αυτές, που μετείχαν με υπεύθυνες θέσεις στην διαδικασία κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος και της ουσιώδους δημοκρατικής αρχής του κράτους δικαίου και τώρα εμφανίζονται ως σωτήρες μας.
Οι ενοχές μας δεν αναιρούν φυσικά τις ευθύνες του λεγόμενου πολιτικού κόσμου. Ο οποίος θα βρεθεί στη γωνία - όχι μόνον απολογούμενος με ένα αστείο “αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη” - πραγματικά απόβλητος, μόνον όταν ορθώσουμε ανάστημα ως λαός, αναλαμβάνοντας τις δικές μας ευθύνες.
Η καθημερινά διογκούμενη οργή των πολιτών πρέπει να μορφοποιηθεί. Να εκφραστεί δημιουργικά και όχι καταστροφικά. Πρέπει να γίνει πηγή παραγωγής πολιτικής και όχι τυφλής βίας, ώθηση διαφυγής από το σημερινό αδιέξοδο. Η πολιτική σκέψη, η σύμπνοια, η αγάπη στον άνθρωπο, η συμμετοχή σε συλλογικές προσπάθειες μπορούν ίσως να μας χαρίσουν χαμόγελα αισιοδοξίας, ανεξάρτητα από τις μέχρι τώρα κομματικές μας προτιμήσεις. Μήπως επιτέλους πρέπει να δώσουμε προσοχή σε κάποιες φωνές που μοιάζουν μέχρι σήμερα εκτός συστήματος; του Γιώργου Δουατζή
08/10/2010
«Οσες φορές και να πενθήσεις την απώλεια, πάντα θα είναι η πρώτη φορά, είπε και άρχισε να φωτογραφίζει στον άνεμο τα πιο προσωπικά ποιήματα, σκορπίζοντας στη γη σκουριά, δύναμη αντοχής κι ελπίδα»
Στίχοι καταμόναχοι, σκόρπιοι στους κυκλαδίτικους ανέμους, σινιάλα για ταξίδια συναισθηματικής αντανάκλασης, με τη ματιά τη φωτογραφική και την ποιητική μαρτυρία του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Δουατζή, μέσα από το νεόκοπο βιβλίο του «Φωτοποιήματα», κείμενα της ιστορικού τέχνης Λαμπρινής Μπενάτση, εκδόσεις «Καπόν»
Ο Γιώργος Δουατζής είναι ποιητής και δημοσιογράφος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ' τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία. Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες. Δεν έχεις καιρό δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου. Δε θα διστάσεις. Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο. Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς. Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον. Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον κόσμο. Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη. Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία. Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν τα μαλλιά σου δε θα γερνάς. Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη: Ειρήνη σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου. Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον. Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αλλά τα βράδια
Και να που φτάσαμε εδώ Χωρίς αποσκευές Μα μ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ το δέντρο που βρέχεται?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες? Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο, κι αν κάποτε μ άκουσαν να γαβγίζω ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ ένα άστρο ή μ ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών?
Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη!
Δος μου το χέρι σου.. Δος μου το χέρι σου..
ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ -ΜΙΧΑΛAKΟΠΟΥΛΟΣ
Πού είσαι;
Έβρεχε εκείνο το βράδυ, ανέβηκα τα σκαλιά κανείς στην καμάρα έτρεμε στ' ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα φεύγω μη ζητήσεις να με βρεις αγαπώ άλλον έγραφε
Πού είσαι, πού να πάω, φυσάει, κρυώνω
Δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ' τις ομπρέλες τους
Σε λίγο θα ανάβουνε το φως θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάνε από πάνω τους όλη τη μοναξιά
Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους όλα στην εποχή μας διαφημίζονται γιατί όχι και αυτό
Αγαπώ άλλον με κόκκινα πελώρια γράμματα θα 'ταν υπέροχη διαφήμιση Πού είσαι, πού να πάω, φυσάει, κρυώνω
Έβρεχε εκείνο το βράδυ, έβρεχε ανέβηκα τα σκαλιά κανείς στην κάμαρα Έβρεχε; έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα Έβρεχε…
«Φεύγω μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον!», έγραφε Αγαπώ άλλον; Πού είσαι; Πού να πάω; Φυσάει, κρυώνω; Πού είσαι; Πού να πάω; Φυσάει, κρυώνω; Οι δρόμοι λασπωμένοι, κίτρινα φώτα, έβρεχε
Ζευγάρια αγκαλιασμένα κάτω απ’ τις ομπρέλες τους σε λίγο θα ανάβουνε το φως Θα κοιτάζονται στα μάτια και θα πετάν από πάνω τους όλη τη μοναξιά Οι φωτεινές ρεκλάμες ανοιγοκλείνουνε τα μάτια τους Όλα στην εποχή μας διαφημίζονται γιατί όχι και αυτό … Έβρεχε
«Αγαπώ άλλον!» Με κόκκινα πελώρια γράμματα θα ‘ταν υπέροχη διαφήμιση γιατί όχι και αυτό: «Αγαπώ άλλον!» «Θα αγαπώ άλλον»; Πού είσαι; Πού να πάω; Φυσάει κρυώνω Πού είσαι;
Επίλογος
Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο. Χειμώνας, κρύωνε. Τι περιμένεις; του λέω. Τον άλλον αιώνα, μου λέει.
"Που να πάω"
Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων, αλλά... αλλά ποιος σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.
"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν"
Αλλά μια μέρα δεν άντεξα. Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω. Όχι, μου λένε. Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.
"Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι"
Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά... Τι έχετε, μου λένε. Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν, μ' αυτόν τον τρόπο.
Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι. Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους. Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα, αλλά εκείνη αρνείται.
"Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε, να παραμερίσω όλη τη λησμονιά και στη θέση της ν' ακουμπήσω, μια μικρή ανεμώνη."
Κύριε, μάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ "μια μικρή ανεμώνη." έτσι ξέχασα να ζήσω. Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί, ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρα στα παιδιά και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους. Ήτανε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.
"Sos, Sos, Sos, Sos Φυσάει απόψε φυσάει, τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει, κάτω από τις γέφυρες φυσάει, μες στις κιθάρες φυσάει.
Φυσάει απόψε φυσάει, μες στις κιθάρες φυσάει.
Δώσ' μου το χέρι σου φυσάει, δώσ' μου το χέρι σου."
Μες στην αγάπη μας
Ναι, αγαπημένη μου ναι, πολύ πριν να σε συναντήσω σε περίμενα...
Μες στην αγάπη μας, μες στην αγάπη μας, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, ένα σπουργίτι, ένα σπουργίτι, μια φυσαρμόνικα.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι; μου άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά, σα να με γνώριζες από χρόνια.
Μες στην αγάπη μας, μες στην αγάπη μας, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, ένα σπουργίτι, ένα σπουργίτι, μια φυσαρμόνικα.
Ναι είχες ζήσει πολύ μέσα στα όνειρά μου αγαπημένη μου...
Μες στην αγάπη μας, μες στην αγάπη μας, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, είναι ένα δροσερό κλωνάρι, ένα σπουργίτι, ένα σπουργίτι, μια φυσαρμόνικα.
"Αύριο”, λες, και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο το πελώριο ποτέ.
Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα Αδιάφορος Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Πέντε Ποιήματα μέσ' το Σκοτάδι
Εικόνα
Γυρίζει μόνος στα χείλη του παντάνασσα σιωπή συνέχεια των πουλιών τα μαλλιά του. Ωχρός με βουλιαγμένα όνειρα κι ανέγγιχτος νερό τρεχάμενο στα ρείθρα, ωχρός έλληνας. Πάντα ο δρόμος μέσ' στα μάτια του κ' η λάμψη απ' τη φωτιά που καταλύει τη νύχτα. Γυρίζει μόνος στα χέρια του κλαδί από ελιά γεμάτος πόνο χάνεται στα δειλινά αισθάνεται πως όλα χάθηκαν. Mην του μιλάτε είναι άνεργος τα χέρια στις τσέπες του σαν δυο χειροβομβίδες. Mην του μιλάτε δε μιλούν στους καθρέφτες. Άνθη της λεμονιάς λουλούδια του ανέμου στεφάνωσέ τον Άνοιξη τον κλώθει ο θάνατος.
ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ
Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στ' όνειρό μου σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή. Κ' η μοίρα των άστρων θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική τώρα μαθαίνω το αίμα μου δίχως τους δροσερούς υάκινθους τώρα σε βλέπω δρόμε του καλoύ σαν ειδοποίηση με κρίνους έχοντας το σακούλι τ' αναστεναγμού κι όλο πηγαίνω πηγαίνω στις πηγές.
Ο ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΑΓΝΟΗΜΑΤΩΝ
Μια συμφορά τυλίγεται στο δέντρο. Όλοι οι αδικούμενοι δέντρα είναι αν το προτίμησαν αυτό, μονάχα ν' αδικούνται. Η συμφορά με γήινο χρώμα τυλίγεται στο δέντρο. Ω δύναμη της ζωής λιώσε της συμφοράς το κεφάλι.
ΒΑΘΜΙΔΕΣ
1. Ήτανε όλο το πρωϊ σημαιοστολισμένο και τραγουδούσα. Ολοένα έρχονται πια σαν απο ανώτατο δικαστήριο φωνές. Ψάχνω μάταια να βρώ την αίθουσα πρέπει να μιλήσω σε τόσους φίλους με τα αιώνια τώρα μάτια. Κινείται ο δρόμος προς το μεσημέρι.
2. Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ' το τζάμι να σας απειλεί μ' ένα μαχαίρι σιωπή που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος όπως φάντασμα την πόρτα περνά με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα και να στέκει- θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.
3. Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο. Πάρε μαζί σου τον έρωτα κ' εκείνα τα όνειρα έλα στην κάτω γειτονιά και πές: Κορόνα γράμματα εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς. Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό για πάντα πέφτει ο καρπός απ' το δέντρο. Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος να τραβήξεις. Ό,τι να σε καλέσει δεν είναι για επιστροφή τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός είναι μέσ' στο παιχνίδι. Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη. Κορόνα γράμματα να παίξεις τις ώρες και τα χρόνια μόνος με τον έρημο αντίπαλο.
ΕΝΑ ΕΡΗΜΟ ΑΝΘΟΣ Βαθύτερο απ' την αγάπη και την ταραχή που φέρνει μεσ' στο στήθος η επιθυμία ζει στο θαλάσσιο βράχο εν' άνθος ολομόναχο. Ποια φωνή το κυρίεψε και μοιάζει σαν να δείχνει την άγνωστη γαλήνη με μικρά χρώματα... Είναι βγαλμένο στους κινδύνους της χαράς αμέριμνο σαν ιδέα.
ΝΕΟΤΕΡΟΣ
[...] Αισθάνομαι μόνος αφού δεν έχει δεύτερη ζωή ν' αλλάξουμε και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο. Σύντροφε ουρανέ άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ' όνειρο πάει κ' η αγάπη χάνεται σαν το νερό στην πέτρα. Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ' ασημένια φύλλα; Μέσ' στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι.
Κατά Σαδδουκαίων
Πλήθος Σαδδουκαίων Ρωμαίων υπαλλήλων μάντεις και αστρονόμοι (κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου) περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα. Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού. Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές: Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό. Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος Οι Χριστιανοί να ‘χουνε δούλους Χριστιανούς. Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει. Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας η θέληση μου που καταπατήθηκε τόσους αιώνες.
Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου – η θέληση μου που καταπατήθηκε τόσους αιώνες.
Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία τ’ άλογα τους απ’ τον κάμπο μου•
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα τη θέληση μου που την καταπατήσανε τόσους αιώνες.
Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι όλο το πλήθος των αυλοκολάκων όλους τους ταπεινούς γραμματικούς τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα λεγεωνάριους και στρατηλάτες υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή όλους τους λόγους και προπόσεις αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς υποψιάζομαι συνωμοσία νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι του Αυτοκράτορος ‘τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν να παραδώσουν τα κλειδιά και την υπόκλιση τους. Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση μαζεύω.
Όταν…
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση να πλημμυρίζει τα σαλόνια όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη όταν ακούω να γελούν όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή θ’ ανοίξω το στόμα μου θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.
Πάλι σας δίνω όραμα.
Κατσαρός λέγομαι επίθετον παραληφθέν από ετών ποιητής το επάγγελμα στίχων κι' ακόμα ποιητής ωδών και τραγουδιών. Ας πω και για μένα όπως ρήτωρ για την Μαρία από άμβωνα κρητικόν. Όχι ποιος είμαι και τι ζητώ αλλά τι κάνω μία μέρα.
Πιστέψατέ με ξυπνώ σε σεντόνια όπου τα υφαίναν ειδικώς για ηδονή και πλένω το πρόσωπό μου.
Μετά περπατώ σε αλλέες πάρκα δρόμους καφετηρίες μετά μπαίνω σε τρόλεϋ λεωφορεία τραίνα και εστιατόρια θαυμάζω κότες ψητές ίστερ λαμ πομ ντε τερ βόδια αρνιά αρακά κατάλογοι μαγειρείων ρεστωράν και γράφω: 0 + 0 = 0. Πιστέψατέ με γράφω ποιήματα όπως αυτό το βιβλίο και το άλλο και πάω στο σινεμά βλέπω το έργο βλέπω το γήπεδο βλέπω τη σκηνή θεάτρου.
Το βράδυ πάντα γράφω επιστολές σε φίλους εραστές και γυναίκες με χρυσά φύλλα συκής ντροπής και αργά τα μεσάνυκτα κοιμάμαι τέλειωσε η ημέρα έζησα και διηγούμαι σαν ποιητής και γω για μένα.
Τι να προσθέσω, ότι όλη η μέρα είχε από μένα κατέβει ότι ο ήλιος έλαμπε και ότι έζησα σαν Ντενίσοβιτς μια μέρα;
Αν είναι περίεργη τότε φορέστε μια κάπα και όλοι, ας κατεβείτε επιτέλους να ζήσετε πάλι αυτή τη δική μου μέρα
Κατσαρός λέγομαι Πιστέψτέ με, δεν θα με συναντήσετε.
Γενήθηκε το 1920 στην Κυπαρισσία Μεσηνίας και 16 χρονών μπήκε πρότακτος στην αεροπορία, όπου τον βρήκε ο πόλεμος. Στην Κατοχή προσχώρησε στην αντίσταση, και μάλιστα σε διαδήλωση στην Αθήνα θεάθηκε με ταινία στο στήθος που έγραφε "αεροπορία του ΕΛΑΣ". Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά και είναι γνωστό το επεισόδιο γνωριμίας του με έναν άλλο -τότε- Ελασίτη: Ο Κατσαρός ήταν στά χαρακώματα όρθιος κι αγνάντευε, φορώντας μια μπέρτα ιταλική, λάφυρο του Αλβανικού. Ενας άλλος που έκανε έρπειν για να δή που πάνε τα Εγγλέζικα τάνκς τον βλέπει και του φωνάζει: -Τί κάνεις εκεί,συναγωνιστή, θα μας σκοτώσουν.Ο Κατσαρός τον κυτάει υπεροπτικά: -Μπά! Και ποιός είσαι εσύ συναγωνιστή; -Μίκης Θεοδωράκης, διοικητής ΕΛΑΣ νέας Σμύρνης. Κι εσύ; -Μιχάλης Κατσαρός, ποιητής.
Ήταν ιδιόρυθμος τύπος.Μετά τηνεπελευθέρωση δούλεψε -πριν τον πετάξουν έξω (με βία, με σπρωξίματα και κλωτσιές)από το γραφείο του ως αριστερό-στο Ραδιοφωνικό σταθμό ενόπλων δυνάμεων. Μνημειώδη ήταν τα σαρδαμ-φάρσες που έκανε όταν εκφωνούσε ειδήσεις.
Σε μια περιοδεία της Φρειδερίκης σε έκθεση είχε πεί: -Η βασσίλισσα Φρειδερίκη συνεχίζει την περίοδόν της στις αίθουσες της εκθέσεως.
Στην αρχή τα ποιήματά του κέρδισαν τον έπαινο των αριστερών. Μέχρι που εξέδοσε το " Κατά Σαδδουκαίων". Ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν τις σταλινικές διαστρεβλώσεις της αριστεράς και με ποιητικό τρόπο κατέθεσε τις προσωπικές του απόψεις του μέσα στη τις συλλογή αυτή. Αυτό ήτανε. Η κομματική ιεραρχία τον έθαψε 20 χρόνια. Και βρέθηκε κυνηγημένος και από το κράτος και απομονωμένος από την αριστερά.
Ο κόσμος των ανένταχτων αριστερών και των αυτόνομων τον ξανα-ανακάλυψε στο τέλος της Δικτατορίας και τον αγάπησε καν έναν προφήτη- επαναστάτη- ποιητή που έδινε στους απογοητευμένους από το χάλι του Σταλινισμού, ελπίδα. Πέθανε το 1998 21 Νοεμβρίου Lugano
Είναι διαφορετικό πράγμα να γράφεις στο σαλόνι του σπιτιού σου κουβαλώντας τα φλιτζάνια του καφέ, την μπορντό εσάρπα ή μυρίζοντας το γαλλικό εσάνς στα νυχτικά της αγαπημένης σου και με τη συνοδεία κλασικής μουσικής,…και διαφορετικό πράγμα να γράφεις στο αντίσκηνο της εξορίας κουβαλώντας πέτρα από την μία κορυφή στην άλλη και τα τετζερέδια του συσσιτίου ή τα βουρκωμένα γράμματα της αγαπημένης σου βαθιά στη βρώμικη τσέπη σου με τη συνοδεία στρατιωτικών παραγγελμάτων και φορές φορές της ακατάπαυτης βροχής.. Ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν ένας ποιητής που διώχθηκε για τις ιδέες του. Και από το κράτος της Δεξιάς και από τους μηχανισμούς της Αριστεράς. Ήταν κατά βάση αντιεξουσιαστής!!
ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν ένας ποιητής που διώχθηκε για τις ιδέες του. Και από το κράτος της Δεξιάς και από τους μηχανισμούς της Αριστεράς. Ήταν κατά βάση αντιεξουσιαστής!! Κουγιουμτσιάδης Βασίλης
Πολύ μεγάλη προσωπικότητα ήταν ο κυρ- Μιχάλης Κατσαρός (φωτογραφία- αρχείο Τυπολόγου) όχι μόνο σαν ποιητής, αλλά και σαν μεγάλος σε αξία άνθρωπος. Γνώρισα τον ποιητή του «Αντισταθείτε» το 1992 ύστερα από ένα παιχνίδι της μοίρας.
Ο κυρ- Μιχάλης τότε «έβγαζε» μία εφημερίδα, όπου διατύπωνε τις απόψεις του για ζητήματα της καθημερινότητας και παρουσίαζε τα ποιήματά του. Στην εφημερίδα, την οποία βρήκα τυχαία στο Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης και σε αυτή είχε δημοσιεύσει ο ίδιος και τη διεύθυνσή του.
Σαν νέος λογοτέχνης του έστειλα την πρώτη μου ποιητική συλλογή με την παράκληση για να μου γράψει, εφόσον μπορεί, τη γνώμη του. Πέρασαν δύο μήνες , όποτε ένα βράδυ «χτύπησε» το τηλέφωνο στο πατρικό μου σπίτι. Σήκωσα το ακουστικό κι άκουσα μία γέρικη φωνή να με ζητάει.
«Εγώ είμαι», απάντησα και από την άλλη μεριά της τηλεφωνικής γραμμής η γέρικη φωνή αποκρίθηκε: « Είμαι ο Μιχάλης Κατσαρός. Διάβασα το βιβλίο σας και πρέπει να σας δω οπωσδήποτε». Ύστερα ο Κυρ- Μιχάλης απάγγειλε μερικούς από τους στίχους μου.
Την επόμενη ημέρα βρισκόμουν στην Αθήνα και βρεθήκαμε με τον μεγάλο ποιητή στο ιστορικό καφέ «Ζόναρς». Από τότε και μέχρι τον θάνατο του κυρ- Μιχάλη βρισκόμασταν τακτικά οι δύο μας στην Αθήνα.
Ο δημιουργός του «Αντισταθείτε» μου έμαθε πάρα πολλά πράγματα για την ζωή, τη φιλοσοφία, το νόημα της ποίησης και για τα βήματα, που πρέπει να ακολουθήσει ένας πνευματικός άνθρωπος στη ζωή του.
Πάντοτε ο ίδιος μιλούσε σημειολογικά στις συζητήσεις μας και γι’ αυτό το λόγο ήταν πραγματική «απόλαυση» κάθε κουβέντα μαζί του. «Κάποτε θα ανακαλύψεις τον μικρό θεό που έχεις μέσα σου», μου έλεγε.
Τότε δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε, αλλά τώρα 13 χρόνια μετά αρχίζω πλέον να συνειδητοποιώ τι ήθελε να μου πει. Συνέχεια στις συζητήσεις παρουσίαζε παραδείγματα για το πώς σκεφτόταν ο ίδιος για τη ζωή.
«Παρουσίασαν ένα έργο μου στο Μέγαρο Μουσικής και μου χρωστούν χρήματα. Δεν πειράζει. Θα πάω κάποτε να τα πάρω» ανέφερε σε μία από τις κουβέντες μας. Τον ρώτησα γιατί δεν πήγαινε, να πάρει τα χρήματα. Δεν μου απάντησε.
Αργότερα κατάλαβα πως με τα συγκεκριμένα λόγια ήθελε να μου δείξει ότι τα χρήματα στη τέχνη μπορεί να μην έρθουν ποτέ, αλλά πάντοτε ο κάθε σκεπτόμενος δημιουργός πρέπει να δημιουργεί και να παρουσιάζει την δουλειά του, όπως κρίνει αυτός σκόπιμο.
Το γεγονός, που ίσως δεν ξέρουν πολλοί είναι πως ο Μιχάλης Κατσαρός είχε καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του με το μεγάλο πάθος της μουσικής. Ήθελε να συνθέσει μουσική και γι’ αυτό το λόγο είχε «αγοράσει» κι ένα αρμόνιο.
Ξέρω πως κάτι μεγάλο ονειρευόταν να δημιουργήσει και σε αυτό τον τομέα, αλλά δεν πρόλαβε. Το δυστύχημα είναι πως μετά τον θάνατο του κυρ- Μιχάλη η Ελληνική πολιτεία φαίνεται να έχει ξεχάσει το έργο του.
Ίσως, σε κάποιους γραφειοκράτες και πολιτικούς τα ποιητικά έργα «Κατά Σαδδουκαίων» και «Γραμμή Μαζινό» να μην αρέσουν γιατί τους θυμίζουν πως θα πρέπει να φτιάξουν ένα Οίκο ακόμα πιο λευκό από το Λευκό Οίκο, όπως κάποτε ο ίδιος είχε προτρέψει με επιστολή του τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να κάνει.
Η αίσθηση μου λέει πως ο κυρ- Μιχάλης ήξερε πάρα πολλά πράγματα. Γνώριζε βαθιές και ουσιαστικές αλήθειες της ζωής και της ύπαρξής μας, από τις οποίες πρόλαβε να μου μεταδώσει όσα «πρόφτασε» ο ίδιος. Από τότε, κατάλαβα πως το νόημα της δημιουργίας περιλαμβάνει μηνύματα, τα οποία μόνο λίγοι άνθρωποι μπορούν να συνειδητοποιήσουν.
Αυτό το δρόμο ακολουθώ και σήμερα γιατί ο Μιχάλης Κατσαρός μου έδειξε πως τα όνειρα μπορούν να «βγούν» αληθινά.
Τη προσωπογραφία αυτή έγραψε ο Νίκος Μόσχοβος το Σάββατο 2 Ιουλίου 2005 για τον «Τυπολόγο».
Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .
Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών στον κοντό άνθρωπο του γραφείου στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί στην κρατική εκπαίδευση στο φόρο σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία στα εργοστάσια πολεμικών υλών σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια στα θούρια στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους στους θεατές στον άνεμο σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία.
Μην αμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.
Ο Μιχάλης Κατσαρός (1919-1998) γεννήθηκε στην Κυπαρισσία. Σε νεαρή ηλικία πήρε μέρος σε αριστερές πολιτικές οργανώσεις και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έζησε για πολλά χρόνια σε δύσκολες συνθήκες, ασκώντας διάφορα βιοποριστικά επαγγέλματα, όπως ταμίας σε εμπορικό κατάστημα, δημοσιογράφος στον παράνομο Τύπο και υπάλληλος στη ραδιοφωνία. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Θεμέλιο" (1947), "Ποιητική Τέχνη", "Τα Νέα Ελληνικά", "Αθηναϊκά Γράμματα" και "Στόχος" (1950) και το 1975 εξέδωσε το περιοδικό "Σύστημα", όπου δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος "Το Μπαρμπερίνικο καράβι" στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα". Tον ίδιο χρόνο δημοσίευσε σε ελεύθερο στίχο το ποίημα "Βγενιώ" στο ίδιο περιοδικό. Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Μεσολόγγι". Παντρεύτηκε τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές "Μεσολόγγι", 1949, "Κατά Σαδδουκαίων", 1953, "Οροπέδιο", 1956, "Σύγγραμμα", 1975, "Πρόβα και ωδές", 1975, "Ενδύματα", 1977, "Αλφαβητάριο - ποιήματα Α-Ω", 1978, "Ονόματα", 1980, "3Μ+3Μ=6Μ", 1981, "4 μαζινό", 1982, "Μείον ωά", 1985, "Ο πατέρας του ποιητή", 1987, "Κορέκτ, φόβος του ποιητή", 1996, "Εννέα το επτά", 1997, τα δοκίμια "Πας-Λακίς Michelet", 1973, "Σύγχρονες μπροσούρες", 1977-78, "Αυτοκρατορική πραγματικότητα", 1995, "Το κράτος εργοδότης", 1996, και το μυθιστόρημα "Οι συλλέκται της Μονόχρα", 1980. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και μελοποιήθηκαν από τους Μ. Θεοδωράκη, Γ. Μαρκόπουλο και Α. Κουνάδη. Το "Κατά Σαδδουκαίων" παρουσιάστηκε μελοποιημένο από γερμανό συνθέτη στο "Κουήν Ελίζαμπεθ Χωλ", στο Σάουθ Μπανκ του Λονδίνου (ο αγγλικός τύπος τον παρέβαλε με τους ποιητές Μπρεχτ, Χο Τσι Μινχ και Παντίλα). Πέθανε στην Αθήνα.
Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα Αδιάφορος Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω...
Την εικόνα σου σεβάστηκα, στη φλόγα δεν εκράτησα. Την εικόνα την καλή θα σου φέρω μιαν αυγή.
Χρώματα, χρώματα, άσε τα καμώματα. Χρώματα, χρώματα, χρώματα κι αρώματα.
Την εικόνα σου σεβάστηκα και κράτησα, και τα χέρια μου θα ενώσω πριν στη ζητιανιά τη δώσω.
Χρώματα, χρώματα, χρώματα κι αρώματα. Χρώματα, χρώματα, άσε τα καμώματα.
Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς θα τους γνωρίσεις πάλι άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη
Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς θα τους γνωρίσεις πάλι σ'αυτόν τον κόσμο θα γυρνούν με περηφάνια πιο μεγάλη
Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναΐδείς θα τους μισήσεις πάλι έναν μονάχα δε θα βρεις τον πιο μικρό, τον πιο πικρό, τον πιο αγαπημένο τον μοναχό, τον δυνατό και τον αντρειωμένο
Αυτόν δε θα τον ξανεΐδείς να τονε βασανίσεις και την μεγάλη του καρδιά να τηνε σκίσεις αυτόν δε θα τον ξαναβρείς τι τον φυλάνε τ'άστρα τι τον φυλάει ο ήλιος του, τονε φυλάει το φεγγάρι
Αυτόν που 'χει τη χάρη τον πιο μικρό τον πιο πικρό και τον αγαπημένο αυτόν μονάχα εγώ, μονάχα εγώ, εγώ προσμένω
Στις καλύβες μια φορά ζούσε η Θαλασσινιά. Ζούσε κάτω στο γιαλό και λουζόταν στο νερό. Και μια νύχτα που φυσούσε και ζητούσε και ζητούσε παλικάρι και παιδί που έφυγε μες τη βροχή.
Πούθε πήγε το παιδί Θαλασσινή, πού 'χει πάει το πουλί; Ο αϊτός, το χελιδόνι και μας λιώνανε οι πόνοι. Στις καλύβες καίει-καίει το γιαλό καίει την άμμο, καίει το νερό. Παλικάρι πια δεν βρίσκει τ' όνειρό της να μεθύσει.
Στις καλύβες μια φορά ζούσε η Θαλασσινιά. Ζούσε κάτω στο γιαλό και λουζόταν στο νερό.
... έναν μονάχα δε θα βρεις τον πιο μικρό, τον πιο πικρό, τον πιο αγαπημένο τον μοναχό, τον δυνατό και τον αντρειωμένο
Αυτόν δε θα τον ξανεΐδείς να τονε βασανίσεις και την μεγάλη του καρδιά να τηνε σκίσεις αυτόν δε θα τον ξαναβρείς τι τον φυλάει "η ψυχή μου"...
ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ Ι Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε Το αμετανόητο χέρι Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.
II Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας Δίχως θύμηση Με το δέντρο της αμίλητο Προς τη θάλασσα Ξεχάστηκε βραδιάζοντας Δίχως φτερούγισμα Με την όψη της ακίνητη Προς τη θάλασσα Βραδιάζοντας Δίχως έρωτα Με το στόμα της ανένδοτο Προς τη θάλασσα Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
III Απόγευμα Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση Κι η στοργή των ανέμων του Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε Να μη φεύγει Όλα τα μέτωπα γυμνά Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο. Ελύτης
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων Τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.
Τάκης Σινόπουλος
Τι νομίζεις, λοιπόν.. κατά βάθος η ποίηση είναι μια ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο. Νικηφόρος Βρεττάκος ♥
Αφού κατά λάθος ο κόσμος είναι μια ποίηση.
Κι η ποίηση: ένα παιχνίδι που τα χάνεις όλα, για να κερδίσεις ίσως ένα άπιαστο αστέρι.♥
Τάσος Λειβαδίτης
Αυτό είναι στο βάθος η ποίηση, η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει. Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη στιγμή όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια. Οδυσσέας Ελύτης
Ίσως δυσκολεύεστε να το πιστέψετε, όμως η ζωή έχει να μας δώσει πολύ περισσότερα πράγματα απ΄ όσα αφήνουμε τον εαυτό μας να ζήσει. Όλα αυτά τα “περισσότερα” είναι πιθανά όταν πάψουμε να είμασε δέσμιοι του φόβου. Έξω από μας και μέσα μας, υπάρχει ένας καινούργιος κόσμος – ένας κόσμος με λιγότερο φόβο – που περιμένει να τον ανακαλύψουμε. “Μαθήματα ζωής”
...ωραία απάντηση που δίνει σε όλα με τη σιωπή του ο έναστροςουρανός.
...ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορούν για όλη τηνανθρωπότητα...
...Τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας κι ω συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.
Λειβαδίτης
Προσωπικά, αισθάνομαι να καταπιέζομαι από τις εξουσίες. Αν αυτό είναι αναρχισμός, τότε είμαι αναρχικός. Όχι βέβαια με την έννοια να βάζω μπόμπες. Αλλά να μην ανέχομαι με κανένα τρόπο να με διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, χωρίς τη συγκατάθεσή μου, οι τρίτοι, οι άσχετοι, οι σωτήρες. Και αυτό είναι ένα αίσθημα που ολοένα και περισσότερο κυριεύει σήμερα μερικές συνειδήσεις. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια..." Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ' αυγό ενός αρχέγονου κόσμου. Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Πολλοί είναι άνθρωποι από τη μέση κι απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω. Ο καθένας, ωστόσο, αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες μας είναι κοινές. Όλοι προερχόμαστε από την ίδια μήτρα. Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο, αγωνίζεται να πετύχει το σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του" Έρμαν Έσσε, Ντέμιαν
Ω θάλασσα! Ω Ήλιε!. Ω απέραντη κοίτη!
Και ξέρω γιατί. Σ΄αγαπώ. Ξέρω πως είμαστε πολύ γερασμένοι, Κι ότι εμείς οι δύο γνωριζόμαστε εδώ κι αιώνες. Ξέρω πως στα λεπτά και γελαστά νερά σου πρωτάναψε ο όρθρος της Ζωής. (Στην τέφρα ενός τριτογενούς απομεσήμερου, ακούστηκαν οι πρώτοι μου παλμοί στην αγκαλιά σου) Ω πρωτεόμορφη, βγήκα από μέσα σου! Κι οι δυο μας αλυσοδεμένοι και περιπλανώμενοι Κι οι δυο μας με ακόρεστη τη δίψα γι΄άστρα Κι οι δυο μας φως, αέρας, δύναμη, σκοτάδια Κι οι δυο μας με τις απέραντες επιθυμίες μας, μα και τη φοβερή μας δυστυχία!
Χόρχε Λουίς ΜΠΟΡΧΕΣ απόσπασμα από τον Υμνο στη Θάλασσα 1919
Αγαπημένη μου Λία!!!
Σήμερα βρήκα το πρώτο σου σχόλιο την ημέρα που είδε το φως η δροσοσταλίδα..συγκινήθηκα...έχω μπει πάλι στη σιωπή..τους λόγους τους ξέρεις...
Τι χαρά!!! Τι ωραία!!! Άνοιξες ένα καινούριο παράθυρο, για να έρχεσαι κι από εδώ, να φωτίσεις τις μέρες και τις νύχτες μας!!! Τι ωραίο όνομα! Δροσοσταλίδα! Πόση ομορφιά, πόσο φως ,πόση γαλήνη, θα φτάνουν στο σπίτι μας, σταλμένα από την ψυχή σου καλή μου! Θα μας δροσίσεις, θα μας αρωματίσεις, θα χρωματίσεις τη μοναξιά μας, με τα όμορφα χρώματα που τόσο μοναδικά ξέρεις να διαλέγεις. Η δροσοσταλίδα σου, θα στάξει στην καρδιά μας αγιασμένο μύρο, το μύρο της αγάπης σου, για όλους εμάς, που είμαστε τόσο μακριά σου, αλλά σε νιώθουμε τόσο κοντά μας. Που δε μας γνωρίζεις και δε σε γνωρίζουμε, αλλά μας αγαπάς και σ΄αγαπάμε σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Πώς γίνεται αλήθεια αυτό; Και είναι αληθινό, γιατί το νιώθουμε, το αισθανόμαστε, χωρίς υστεροβουλία ή οτιδήποτε άλλο Τελικά η αγάπη ξέρει να κάνει πολύ καλά τη δουλειά της, σε όσους την ακούν και την ακολουθούν. Αυτή μας οδηγεί και μας δείχνει το δρόμο, γιατί πώς αλλιώς θα σε εύρισκα; Πώς αλλιώς θα άκουγα τη μουσική της κιθάρας, από το βιντεάκι σου, που με μάγεψε και με ταξίδεψε σε μέρη που δε μπορούν να δουν τα μάτια, τα βλέπει όμως η καρδιά; Να είναι καλοτάξιδη η Δροσοσταλίδα σου Mareld μου, να τη σπρώχνει απαλά απαλά το βοριαδάκι από εκεί ψηλά που είσαι και να την ακουμπά στην καρδιά μας.
«Έτσι αναδύθηκε ο τόπος μου, ιερός, Δροσοσταλίδα πού εκύλησε σε μι’ άκρη, Μιά γοητεία αρμονίας που στο φώς, Κοσμεί του Μαίναλου τό φόρεμα σάν δάκρυ..»
Τάκης Ιωαννίδης
Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε αν δε με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας.
Το νόημα της απλότητας Γ Ρίτσος
" No man was ever yet a great poet, without being at the same time a profound philosopher. For poetry is the blossom and the fragrance of all human knowledge, human thoughts, human passions, emotions, language. " Samuel Taylor Coleridge
.."Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά. Την Ομορφιά που είναι μια οδός - η μόνη ίσως οδός προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει".. Ελύτης
Βάλε με κάτω από το δάκρυ. Βάλε με κάτω από μια μέρα του χρόνου. Θα μιλήσουμε.
Βάλε με κάτω από την κούραση. Βάλε με κάτω από τις λύπες που δεν ομολογούνται κι άκου εκεί την σιωπή.
Βάλε με γιατί δεν υπάρχω σήμερα. Σώσε με από το ομόκεντρο και άδειο γαλάζιο. Προκάλεσε τον πόθο μου...
Gabriel Celaya
Μεταρσίωση
Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα, λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό. Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα. Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό. Ήλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα, κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα, που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.
Ν.Βρεττάκος
Γλυκειά μου αγάπη No Pasaran!!!!
Syntagma Square 20110925
Την ομορφιά που κλείνω μέσα μου κανείς ποτέ δε θα τη νιώσει. Κι αν την πληγώσει θά ΄ναι ανίδεος κι ούτε γι΄αυτό θα μετανιώσει
"Εκείνοι που βρίσκουν άσχημα νοήματα σε ωραία πράγματα είναι διεφθαρμένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί..Αυτό είναι κακό.
Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι...Γι'αυτούς υπάρχει ελπίδα.
Υπάρχουν όμως και οι εκλεκτοί για τους οποίους τα ωραία πράγματα σημαίνουν μόνο Ομορφιά.."
"Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ" Oscar Wilde
Αφορμή ένα λούλουδο..μια υπέροχη συνάντηση..
Κάθε ομορφιά είναι αιωνιότητα. Ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω, ό,τι αγγίζω, χώμα, αέρας, φως, είναι μέρος της αιωνιότητας. Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στο χρόνο - γιατί τότε θα’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες - αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα...
"Η Μουσική είναι ένα ηθικό δίκαιο.Δίνει ψυχή στο σύμπαν, φτερά στο νου, πτήση στη φαντασία, και γοητεία και ευθυμία στη ζωή και τα πάντα" Σωκράτης
Του Αιγαίου Ο έρωτας το αρχιπέλαγος κι η πρώρα των αφρών του, και οι γλάροι των ονείρων του. Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει ένα τραγούδι.
Ο έρωτας το τραγούδι του κι' οι ορίζοντες του ταξιδιού του, κι η ηχώ της νοσταλγίας του. Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει ένα καράβι.
Ο έρωτας το καράβι του κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του, κι' ο φλόκος της ελπίδας του. Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει τον ερχομό.
Ελύτης
"Being Indian is an attitude, a state of mind, a way of being in harmony with all things and all beings. It is allowing the heart to be the distributor of energy on this planet, to allow feelings and sensitivities to determine where energy goes, bringing aliveness up from the Earth and from the Sky, putting it in and giving it out from the heart." Brooke Medicine Eagle
ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Έφερνα γύρους μες στον ουρανό και φώναζα
Με κίνδυνο ν' αγγίξω μιαν ευτυχία
Σήκωσα πέτρα και σημάδεψα μακριά
Μιλημένη από τον ήλιο η Μοίρα
Έκανε πως δεν έβλεπε
Και το πουλί του κοριτσιού
πήρ' ένα ψίχουλο θαλάσσης
και αναλήφτη. Ελύτης
'Eχω τρεις κόσμους.
Μια θάλασσα, έναν ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα πού φτάνει ο καθένας τους.
Η θάλασσα, ξέρω. Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου, μη με ρωτήσετε. Ν.Βρεττάκος
ΙV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμον αυτό, μ' ακούς Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς Είμ' εγώ, μ' ακούς Σ' αγαπώ, μ' ακούς Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς Των ανθρώπων Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς Της αγάπης Μια για πάντα το κόψαμε Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς Μες στη μέση της θάλασσας Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς 'Ακου, άκου Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς; Ειμ' εγώ που φωνάζω κι ειμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς. ... από το "Μονόγραμμα
Ονειρα κι όνειρα ήρθανε Στα γενέθλια των γιασεμιών Νύχτες και νύχτες στις λευκές αϋπνίες των κύκνων Η δροσιά γεννιέται μεσ'στα φύλλα Οπως μεσ'στον απέραντο ουρανό Το ξάστερο συναίσθημα Ελύτης
Verde que te quiero verde De color de aceituna
Πράσινο σε λατρεύω πράσινο Πράσινο φύλλο στην ελιά Λόρκα
Μια δροσοσταλίδα γλίστρησε δειλά στη φυλλωσιά και σκίρτησε το κόκκινο μπουμπούκι. Στο ευλογημένο πέταγμα της μέλισσας γνώρισε η μέρα τη χαρά της κρυμμένη μες στην Άνοιξη και μες στις πεταλούδες...
Γεννήθηκα τότε που "Στήνει ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη". Ο πατέρας μου, με έδειξε στην Ανατολή, μου 'ριξε τον Ήλιο στα μαλλιά μου και με πέταξε στο Μαΐστρο... "Και πολλά τα λιόδεντρα που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου"...