Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Κι ο άνθρωπος Σαν το τρελό κυνηγημένο ελάφι Ζητάει και λαχταράει Να πιει αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη..






Φίλε Πάνο..σε ευχαριστώ..

Ήμουν στην αυλή της ακριβής μας Roadartist
και σκεφτόμουν να της αφήσω λίγο χάδι..
αλλά ήρθε..εκτελέσθηκε στα 27 του..
και με άφησε..σαν τη κραυγή του Munch..

Το μεγαλύτερο κοριτσάκι του Νίκου, η Φωτεινή, πεντέμισυ τότε χρονών,
μου είπε κρυφά ώστε να μην την ακούσουν άλλοι:
«Ο Νίκος μας είναι στηΡωσία...».
Τα δυο δίδυμα κοριτσάκια, η Μαρίνα και η Κρυστάλλω,
τριάμισυ χρόνων πηγαινοέρχονταν στο διπλανό δωμάτιο, που η
μαμά τους ετοίμαζε τυρόπιτα και κάθονταν στα γόνατα μου πότε
το ένα, πότε το άλλο, χαρούμενα κι αυτά.
Όταν στρώθηκε το τραπέζι με τη ζεστή πίτα και με άλλα
φαγητά, που δεν έλειπαν ποτέ από το σπιτικό μας, καθίσαμε
γύρω-γύρω και οι δύο πολιτοφύλακες μαζί μας. Σφίχτηκε η καρ-
διά μου που ο πατέρας μου έτρωγε μέσα σ' ένα πιάτο σούπας
«παπάρα», φαγητό για 'κείνους που δεν έχουν δόντια. Μέσα σε
βραστό νερό με λίγο λάδι ή και λίγο τυρί η Παναγιώτα έτριψε
μπουκιές-μπουκιές ψωμί σιταρένιο.«... ώστε δύσκολα τρώει, -σκε-
πτόμουν-, ο πατέρας μου... πόσα αλλαγμένα βλέπω στο άλλοτε
ευτυχισμένο σπιτικό μας...». Μετά το φαγητό οι δύο πολιτοφύλα-
κες βγήκαν έξω από το σπίτι και έμειναν έξω όλη τη νύχτα για
επαγρύπνηση. Εμείς κουβεντιάζαμε για τον Νίκο. Στον πατέρα δεν
επέτρεψαν οι μοναρχοφασίστες να πάει στον τόπο της εκτέλεσης
και να φέρει τον πολυλατρεμένο του άψυχο γιο και να τον θάψει
με τις τιμές, που ο ίδιος ήξερε. Αυτό το ζήτημα τον βασάνιζε. Το
αληθινό ψυχικό μαρτύριο του πατέρα μου δεν θα το ξεχάσω σε
όλη μου τη ζωή. Θρηνούσε, έκλαιγε:
«... Ποιο κακό έκαμα εγώ; ...
που είναι τα παιδιά μου;...».
Κάποια στιγμή σηκώθηκε από τη

θέση του και μου έδωσε το παρακάτω ποίημα, γραμμένο από τον
ίδιο τον πατέρα μου για τον Νίκο:




Εις τον Νίκον Παπακόγκον
εκτελέσθηκε στα 27 του..

Δεν κλαίτε χώρες και χωριά
δεν κλαίτε βιλαέτια
Λεν κλαίτε για το σταυραετό
το Νίκο Παπακόγκο.
Πως τον τραβάν οι Μάυδες
πέρα στη Μεσοχώρα
Πάνουν να τον σκοτώσουνε
στη ράχη στις Αρμύρες.
Τον κλαίγει όλος ο ντουνιάς
φίλοι και συγγενήδες
Τον κλαίγει η μανούλα του
οι δόλιες αδελφές του
Τον κλαίγει η γυναίκα του
και τα μικρά παιδιά του
κι ο μαύρος ο πατέρας του
παρηγοριά δεν έχει.
Τον κλαίνε οι αρχόντισσες
από τα Βλαχοχώρια
τους έχ' γλιτώσει τα παιδιά
τ' αδέρφια και τους άντρες.
Κάνα κακό δεν έκαμε
σε όλη τη ζωή του
ήταν κολόνα στα βουνά
και φλάμπουρο στον κάμπο
σ' όλο τον κόσμο στήριγμα
ένα κρυφό καμάρι.
1948, ΚΚόγκος

Στο ποίημα υπάρχει υποσημείωση από τον ίδιο τον πατέρα
μου: «Ο ήχος -όπως τραγουδιέται «ο Λεπενιώτης άρρωστος, στο
χέρι λαβωμένος» και όπως τραγουδιέται ένα τραγούδι του Κον-
δύλη: «Τον κλαίγει όλος ο στρατός, όλες οι Μεραρχίες».





Ύμνος στον Νίκο Παπακόγκο από τον πατέρα του

Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Παχτουρίου, προερχομενον
από τον Άγιο Γεώργιο Παχτουρίου βρήκε ο Γιαννάκης Κώστα
Παπαχρήστος ένα ύμνο του πατέρα μου Κ. Κόγκου, γραμμένο στο
όνομα του αδερφού μου Νίκου,τον οποίο εκτέλεσε μοναρχοφασι-
στικός στρατός στις 27 Απριλίυ 1947. Ο ύμνος είναι γραμμένος
στο εσωτερικό μέρος του εξωφύλλου ενός μικρού βιβλίου θρη-
σκευτικού «Ακολουθία και βίος του Αγίου ενδόξου ιερού μάρτυ-
ρος ΜΟΔΕΣΤΟΥ, αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων του Θαυματουρ-
γού...». Έχει δε ως εξής ο ύμνος:

Άόκνως τον βίον σον και ήρωικώς
διανύσας, την άλήθειαν διασπείρας
εύθαρσώς, τροπαιούχε, καμφθηναι
άπαξίωσας εις τάς άπειλάς των δημίων.
Όθεν και έναθλήσας προθυμότατα,
Νίκο, νυν εν αγαλλιάσει τω Χριστώ
συναγάλλη πρεσβεύων υπέρ πάντων
ημών των θαυμαξόντων σε και άρυομένων
ανδρείας διδάγματα.
29-7-47, Κ. Κόγκος



Αφιέρωμα σ' έναν ήρωα ποιητή

"Γρεβενοσέλι",τιτλοφορείται το περιοδικό για την ιστορία, τη λαογραφία και τον πολιτισμό των Τζουμέρκων,που έφτασε στα χέρια μας, το 22ο τεύχος του οποίου έχει αφιερωθεί στον ήρωα αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και ποιητή Νίκο Παπακόγκο,με την ευκαιρία των πενήντα χρόνων από τη θυσία του. Το αφιέρωμα, εκτός από βιογραφικό σημείωμα του πρόωρα χαμένου ποιητή, το οποίο υπογράφει η Βάγια Παπακόγκου,περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα του περιοδικού για τον Ν. Παπακόγκο, κείμενα του Δημοσθένη Γ. Κόκκινου και του Μπάμπη Κλάρα (αδελφού του Αρη Βελουχιώτη, αγωνιστή και κριτικού) και δεκαέξι ανέκδοτα ποιήματα του Ν. Παπακόγκου.

Ο Ν. Παπακόγκος γεννήθηκε το 1918 στο χωρίο Δραμίζι των Τρικάλων Θεσσαλίας, στο οποίο υπηρετούσε ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Κόγκος, σα δάσκαλος και παπάς.

Ο πατέρας του μετατίθεται από το χωρίο του, στο Παχτούρι, στην κεντρική Πίνδο, το οποίο είναι περιτριγυρισμένο από βράχια, αλλά και δασωμένα με οξιές και έλατα βουνά. Τοπίο που επηρέασε την ποίηση του Ν. Παπακόγκου.

Ανυπότακτος χαρακτήρας από παιδί ο ποιητής, αποβλήθηκε αρκετές φορές από το σχολείο, συνήθως γιατί έγραφε σατιρικά στιχάκια για τους καθηγητές και τη βίαιη μέθοδό τους. Λόγω αποβολών πέρασε από πέντε γυμνάσια, με προτελευταίο το 4ο Γυμνάσιο Πειραιά, όπου το 1933 οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ. Το 1940 μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά με την εισβολή των Ιταλών γύρισε στο χωριό του για να αγωνιστεί και στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Πίνδου - Κόζιακα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στο βοηθητικό προσωπικό του "Ριζοσπάστη".Το Δεκέμβρη του '46 ξαναβγήκε στο βουνό (στον Κόζιακα). Τον Απρίλη του 1947 πιάστηκε από τμήμα του τάγματος Γαλάνη, βασανίστηκε επί τρεις μέρες στη Μεσοχώρα Τρικάλων και στις 27 του Απρίλη εκτελέστηκε από τους Μάυδες, στη θέση Αρμύρες. Να σημειώσουμε ότι ο γιος του ήρωα, ο Κωστής Ν. Παπακόγκος, είναι επίσης ποιητής και πεζογράφος.

Η ποίηση του Ν. Παπακόγκου, ποίηση αυθεντική, αισθαντική, ορμητική, κινήθηκε σε ένα ευρύ θεματικό και μετρικό, ομοιοκατάληκτο φάσμα. Αλλοτε λυρική, θυμίζει τη χάρη του Κρυστάλλη. Αλλοτε λεβέντικα δεκαπεντασύλλαβη, θυμίζει τη δημοτική μας ποίηση. Αλλοτε σαρκαστική οχτασύλλαβη θυμίζει το σατιρικό Βάρναλη.

Δίνουμε λίγα δείγματα της ποίησης του Ν. Παπακόγκου:
"Η πλάση κλαίει και θλίβεται. / Γλυκιά, ανοιξιάτικη βροχή. / Από βαθιά συγκίνηση/ να μου λυγάει νιώθω η ψυχή (...) " (από το "Η πλάση κλαίει"). "Δυο αθώα ζητιανάκια/ όμορφα και ταπεινά, / τα κακόμοιρα κρυώνουν, η καρδιά μου τα πονά. (... ) " (από το"Ζητιανάκια").

"Πέταξε δόξα ελληνική ψηλά στην Ελασσόνα, / χαιρέτησε την κλεφτουριά, τους θρυλικούς αντάρτες, / στεφάνωσε τον άφταστο κι ηρωικόν αγώνα, / που κάνουν με τους φασιστές και με τους λαογδάρτες/. (... ) Για πέταξε ψηλότερα, προς τα Τζουμέρκα τράβα, / στο ηρωικό Τετράκωμο τη μάχη ν' αγναντέψεις, / μέρες ο ανταρτοπόλεμος όλο φωτιά και λάβα, / της νίκης της περίλαμπρης διξόδεντρα να δρέψεις" (από το "Η μάχη του Τετρακώμου").

"Ελα, φίλε Κοθωνιάτη, / να μιλήσουμε κομμάτι, / να τα πούμε ένα ένα/ τωρινά και περασμένα/. Πάντοτε φτωχός γυρνούσες/ και με βάσανα περνούσες, / δούλευες για την μπομπότα/ δίχως γίδια, δίχως πράτα/. Μες στις τρώγλες κατοικούσες / κι όταν μαύρε, αρρωστούσες/ σ' έδιωχνε σα να 'σουν σκύλος/ ο αφεντικός ο φίλος... / Για να λείψουν τα δεινά σου/ και να ζήσουν τα παιδιά σου/ σε καινούρια κοινωνία, / δίχως ψέμα κι αδικία / πάλεψε με τον εργάτη, / γκρέμισε τον πλουτοκράτη, / πάρε τ' άρματα στο χέρι/ κι όρμησε σαν το ξεφτέρι/. Γίνε πια θεριό κι αγρίμι/ να μη σε θαρρούν ψοφίμι. / Η λαϊκή δημοκρατία είναι η μόνη σωτηρία!" (από το "Ο Κοθωνιάτης", που το απάγγελλαν οι ΕΠΟΝίτες σε γιορτές και λαϊκές συνάξεις στα ελεύθερα χωριά της Πίνδου).
rizospastis.gr




Να μην πολεμήσουν τα παιδιά μας για τους ξένους

Ετοιμες πάντα οι Ελληνίδες μάνες να αγωνιστούν ενάντια στην επιστράτευση των παιδιών τους για ξένα συμφέροντα, πέρα από τα σύνορα της πατρίδας. Σαν λύκαινες ορμούσαν να προστατεύσουν τα σπλάχνα τους, απέναντι στις απαιτήσεις είτε κατακτητών είτε ισχυρών "προστατών". Η ιστορία των κινητοποιήσεων ενάντια στην επιστράτευση, που κινητοποίησε χιλιάδες λαού στην Αθήνα και κατέληξε στο κάψιμο των καταλόγων, είναι, λίγο - πολύ, γνωστή. Ομως, άγνωστη παραμένει για τους πολλούς η συμβολή των γυναικών στην επαρχία και ιδιαίτερα στα χωριά για τη ματαίωση της επιστράτευσης, το 1944. Γυναίκες μαυροφορεμένες, μωρομάνες, καραγκούνισσες... κορίτσια, όλες αποφασισμένες να φτάσουν στα άκρα. Γιατί την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί, ύστερα από τρομερές απώλειες που έχουν στα διάφορα μέτωπα, αποφασίζουν να επιστρατεύσουν τους Ελληνες. Ιδιαίτερα δραστήρια αντιδρούν οι γυναίκες σε όλες τις περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία. Ζουν ακόμη οι μνήμες από ένα μεγαλειώδες συλλαλητήριο με 5.000 Τυρναβίτισσες... Οι γυναικείες οργανώσεις της Θεσσαλίας το 1946 στο Α Πανελλαδικό Συνέδριο της ΠΟΓ αναφέρουν στοιχεία για δεκατρείς γυναικείες κινητοποιήσεις. Πολλά μένουν ακόμα να γραφούν για την αντίσταση των γυναικών. Η ιστορία της τώρα έχει αρχίσει να γράφεται...

Παρακάτω μεταφέρουμε μερικά αποσπάσματα από μαρτυρία της Βάγιας Παπακόγκου από την κινητοποίηση των γυναικών στην περιοχή των Τρικάλων, όπου ήταν υπεύθυνη. Το κείμενο είχε δημοσιευτεί για τη "Μέρα της Γυναίκας" στην εφημερίδα των πολιτικών προσφύγων από την Ελλάδα "Νέος Δρόμος", στις 7 Μάρτη 1963, με τίτλο "Μια ηρωική γυναικεία κινητοποίηση".

"...Ξημερώματα της 11 του Μάρτη. Στην πλατεία του χωριού Ζούλιανη, έξω από τα Τρίκαλα, είναι συγκεντρωμένες 700 γυναίκες, μαχητικές και καλά κατατοπισμένες, που κατάγονται απ' τα χωριά όλης της περιφέρειας. Συγκροτούνται σε δεκαρχίες, με μια υπεύθυνη επικεφαλής της κάθε δεκαρχίας, μια σειρά άλλα γυναικεία στελέχη είναι προορισμένα να οδηγήσουν αυτή τη μάζα των γυναικών στις τοπικές και γερμανικές αρχές της πόλης, ενώ 24 άλλες γυναίκες αποτελούν την επιτροπή που θα μιλήσει με τις αρχές. Ολες ντυμένες με τις τοπικές στολές, τα καραγκούνικα, μπαίνουμε στην πόλη από διάφορα σημεία και κατευθυνόμαστε στη Νομαρχία.

...Πάνω στο μεγάλο τραπέζι, το στρωμένο με πράσινο τραπεζομάντιλο, μια επιτροπή γράφει τα ονόματα των γυναικών και των χωριών που κατάγονται, ενώ ο Γερμανός διοικητής κάνει ανακρίσεις.

- Ποιος σας έφερε εδώ; - Ηρθαμαν μονάχες μας. - Ποιος σας έστειλε; - Είπαμαν, ήρθαμε μονάχες μας. - Τι θα πει μονάχες; Πώς συνεννοήθηκαν οι γυναίκες του Λιόπρασου και της Παληοσαμαρίνας, της Συκιάς και της Σκλάταινας; Ποιος σας οργάνωσε; Αυτό θέλουμε να μας πείτε, ακούγεται βροντερή η φωνή του Γερμανού διοικητή.

- Κανένας δε μας οργάνωσε. Ηρθαμαν όλες μαζί, γιατί ταίριασαν τα μυαλά μας!

- Γιατί ήρθατε εδώ;

- Για να σας πούμε να φύγετε απ' τον τόπο μας. Να πάτε στα σπίτια σας, όπως είμαστε κι εμείς στα δικά μας.

Ο Γερμανός διοικητής αποτείνεται σε μια γριά: - Γιατί ήρθες εδώ γιαγιά; - Να σ' πω παιδιάκι μ' να πας στη μανούλα σ! ...ούλα τα χουριά γιουμάτα αντάρτες με τφέκια... Είπαν θα σας σκοτώσουν... Γρήγουρα να φύγιτι...

...Μετά τις ανακρίσεις, οι 24 γυναίκες της επιτροπής οδηγούνται στη γερμανική διοίκηση, ενώ ένα μεγάλο αριθμό, κοντά 250, μας οδηγούν στις φυλακές της πόλης. Οι υπόλοιπες απελευθερώνονται από έλλειψη χώρου. Μια αποπνιχτική μούχλα και μια αλλόκοτη κρυάδα διαπερνά το σώμα μας, μόλις πατήσαμε στο κρύο τσιμέντο της φυλακής... Από μια τρύπα του μεσότοιχου, που 'ναι φτιαγμένη επίτηδες για τέτοιον σκοπό, άρχισαν να βάζουν νερό που ανέβαινε σιγά σιγά στα πόδια μας.

- Θα μας πνίξουν! Ακούγεται τρομαγμένη μια γυναικεία φωνή.

- Ας μας πνίξουν... είπαν οι άλλες. Δεν είμαστε μονάχα εμείς!

- Ορθιες μέσα στο κρύο νερό, στο σκοτάδι, νιώθουμε τις αναπνοές μας σαν να 'ναι μια κι ακούμε τους χτύπους της καρδιάς μας σα να 'ναι χτύπος ένας...

- Οχ! Πονώ φριχτά. Το στήθος μου πέτρωσε... ακούγεται γυναικείο κλάμα.

- Σου είπα να μην έρθεις αφού είχες μωρό, της λέει κάποια από μας.

- Τι λες; Πώς δε θα 'ρχόμουνα; Μόνο εγώ έχω μωρό;

Η νύχτα που πέρασε, μας φάνηκε αιώνας, ώσπου να ξημερώσει και να δούμε η μια της άλλης το χλομό πρόσωπο.

- Κουράγιο συναγωνίστριες, ακούγονται παιδικές φωνές απ' το φεγγίτη... Να μη μαρτυρήσετε τίποτε. Εμείς τους σπάσαμε και τα τζάμια... Μας χτύπησαν κιόλας πολύ. Ομως, τίποτα δε μαρτυρήσαμε...

Τ' αετόπουλα της πόλης είχαν έρθει κρυφά να μας επισκεφθούν. Από τον ανοιχτό φεγγίτη, μας έριξαν ψωμί φρέσκο, αυγά, τυρί, κρέας...

Στη φυλακή φέρνουν τώρα τις 24 γυναίκες της επιτροπής, μ' επικεφαλής τη Μαρία Κ. απ' το χωριό Κριτσίνη, αφού προηγούμενα πήραν ανακρίσεις από την κάθε μία χωριστά. Κατά το μεσημέρι, μας βγάζουν στην αυλή και ξαναπαίρνουν ανακρίσεις οι Γερμανοί. Πάλι οι ίδιες απαντήσεις.

- Να πάτε του λόγου σας στα σπίτια σας και να μην έρχεστε και μας παίρνετε το σόδημα.

- Να φύγετε, κύριε Γερμανέ και συμπάθαμε, που δε σε ξέρω πώς σε λένε...

Πάλι μέσα στο μουχλιασμένο μπουντρούμι... Τα νερά πάνω απ' τα γόνατά μας.

- Κακόχρονο να 'χεις, που 'χεις κάτι χέρια σαν τσιγαρόχαρτο, μου λέει μια, πλησιάζοντάς με. Και μου βάφει τα χέρια με τη λουλακένια βαφή, που διαλύονταν απ' τη μουσκεμένη μάλλινη ποδιά της... και μου μουτζουρώνει το πρόσωπο με μαυρίλα απ' τον τοίχο για να μην τύχει και με γνωρίσει κανένας. Εκεί στις ανακρίσεις, οι τριεψιλίτες, κάνοντας διάφορες παραπειστικές ερωτήσεις, φώναξαν τ' όνομά μου.

- Δεν την ξέρουμε, είπαν εκείνες.

- Δε λεν καμιά μας έτσι, πρόσθεσαν άλλες.

Η δεύτερη νύχτα ήταν πιο φριχτή. Τη δεύτερη μέρα είναι πιο χλομά τα πρόσωπά μας και τα μάτια μας βαθούλωσαν πιο πολύ... όμως καμιά δεν παραπονιέται.

...Κάτω απ' την αποφασιστική πάλη όλου του λαού της περιφέρειας για τη δική μας απελευθέρωση, μας άφησαν πια οι Γερμανοί. Οταν βγήκαμε απ' την πόλη και πήραμε ξανά το δρόμο για τη Ζούλιανη, είδαμε, με έκπληξή μας, πως είμαστε διπλάσιες σε αριθμό. Μια σειρά γυναίκες και άντρες της πόλης ήρθαν μαζί μας. Λαός απ' όλη την περιφέρεια, μας περίμενε με χαρά και συγκίνηση στο χωριό Ζούλιανη. Βούιζε η ατμόσφαιρα απ' τα τραγούδια της αντίστασης".

Εμπνευσμένο από την αντιστασιακή παράδοση των γυναικών της Θεσσαλίας το ποίημα του αδελφού της Βάγιας, του Νίκου Παπακόγκου, που γεννήθηκε στις 12 Φλεβάρη του 1918 και εκτελέστηκε στις 27 Απρίλη του 1947, στο άνθος της ηλικίας του. Βρήκαμε τους στίχους του αδικοχαμένου νέου ποιητή στο βιβλίο με τίτλο "Ματωμένος ήλιος" (Εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή"):

"Μέσα στη φρίκη της σκλαβιάς, τον ήλιο που σκοτείνιασε, / περήφανο το μπόι σου όρθωσες καραγκούνα, / μες στην πορεία τ' αγώνα σου τον άντρα τον ξεπέρασες/ όρμησες προς το φως, μπροστά, κι ανέμισε η συγκούνα. /

...Παλιές προλήψεις άδραξες και τολμηρά τις έπνιξες, / γιατί το φως ξεπρόβαλε μες στης ψυχής το βάθος. /

Το χέρι σου το δυνατό βαρύ ντουφέκι βάσταξε, / προδότες και καταχτητές τους έβαλες σημάδι, / γεια σου του κάμπου αντάρτισσα, που τον ντουνιά τον θάμπωσες, στο πλάι τ' αντρός παλεύοντας να φύγει το σκοτάδι".

Επιμέλεια: Αλίκη Ξένου - ΒΕΝΑΡΔΟΥ




Κωστής Παπακόγκος
γιος του Νίκου

Στη χαρά τα πουλιά λαλούσαν
χιλιάδες γλώσσες στον κίνδυνο
μονάχα εσπεράντο

Πέθαναν για να ζήσουν οι άλλοι·
με τον καιρό όμως πέθαναν οι άλλοι
κι επέζησαν οι νεκροί.

Ήταν μια χώρα μακρινή που τα πουλιά
ξέχασαν να δουλεύουν τα φτερά τους
κι έγιναν ποντικοί· μα κελαηδούν ακόμα.

Στείλτε αστυνομικές δυνάμεις στο λιβάδι
τρελάθηκαν οι παπαρούνες
θαρρούν πως είναι κάθε μέρα πρωτομαγιά.






ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
Γ.Ασημακόπουλου-Σ.Παπαδούκα-Μ.Θεοφανίδη

Θα σας πω για να το μάθει ο ντουνιάς
Το τραγούδι της λεβέντικης γενιάς
Που το φέρνει ο αγέρας με τον πόνο της φλογέρας
Και που κρύβει τον καημό της λευτεριάς

Το τραγούδι της τρανής παλικαριάς
Που το λέει στα κορφοβούνια ο βοριάς
Και τ' αντιλαλούν οι λόγγοι πέρα από το Μεσολόγγι
Κι απ' το Σούλι ως το χάνι της Γραβιάς

Α, η Ελλάδα είναι απ' το Θεό σταλμένη
Α, η Ελλάδα μας ποτέ της δεν πεθαίνει

Το τραγούδι που οι στροφές του οι παλιές
'φταναν μέχρι τις ψηλές αητοφωλιές
Κι έτσι οι αετοί μάθαιναν πολεμώντας πως πέθαιναν
Παλικάρια σε βουνά κι ακρογιαλιές

Το τραγούδι που είν' αθάνατη πνοή
Που το 'λεγαν σαν γλεντούσαν κι οι θεοί
Που τη νίκη ενός αγώνα πέρα 'κει στον Μαραθώνα
Διηγιέται να ζηλεύουν οι λαοί

Α, η Ελλάδα μας η χιλιοδοξασμένη
Α, η Ελλάδα μας η τόσο αδικημένη





ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ
Μ. ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ - Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΛ
(Σ. Βέμπο) 1946

«Ποιος το περίμενε στ' αλήθεια,
να βγουν ψευτιές και παραμύθια
και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους,
που μας τα 'λέγαν κάθε βράδι απ' τα Λονδίνα τους.

Μα δεν πειράζει, δεν πειράζει,
δεν θα το βάλουμε μαράζι
και δεν θα κλάψουμε που πάλι μας ξεχάσατε,
γιατί δεν είν' πρώτη φορά που μας τη σκάσατε
και στην υγειά σας μια οκαδούλα εμείς θα πιούμε
και στη μικρή την Ελλαδούλα μας θα πούμε:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις.

Σε κάθε χιονισμένη ράχη,
σαν πολεμούσαμε μονάχοι,
όλοι λαγούς με πετραχήλια μας ετάζατε
και μεσ' στα μάτια με λατρεία μας κοιτάζατε.

Μα ξεχαστήκαν όλα εκείνα,
η Πίνδος και η Τρεμπεσίνα,
ίσως μια μέρα εμάς που τόσο αίμα εχάσαμε,
να μας καθήσουν στο σκαμνί, γιατί νικήσαμε.

Μα φυσικό θα μας φανεί κι αυτό ακόμα
και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ' ένα στόμα:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».

Σημειώσεις:
1. Το τραγούδι αποτυπώνει ανάγλυφα τη δόλια στάση των συμμάχων κατά της Ελλάδας. Για μια ακόμα φορά στην Ιστορία φάνηκε περίτρανα πως όλοι αυτοί οι ξένοι (κυρίως οι Αγγλοσάξωνες) είναι όλο υποσχέσεις και μάθανε μόνο να παίρνουν και όχι να δίνουν.
2. Ο Τσώρτσιλ, μετά τις απίστευτες νίκες του περήφανου Ελληνικού Στρατού στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, έλεγε από το Λονδίνο: «Κάποτε λέγαμε πως οι Έλληνες πολεμούν σαν Ήρωες, τώρα θα λέμε πως οι Ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες!». Φαίνεται όμως πως τότε είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του!!
3. Τραγουδήθηκε μετά την απελευθέρωση στο θέατρο «ΚΕΝΤΡΙΚΟ», στην ομώνυμη επιθεώρηση.






ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Κ.Κοφινιώτη - Μ.Σουγιούλ
Ούτ' ένα δάκρυ από τα μάτια ας μη κυλήσει
Στου χωρισμού μας το πικρό τώρα φιλί
Πρέπει ο καθείς μας τώρα πια να πολεμήσει
Αφού η γλυκιά μας η πατρίδα το καλεί

Είναι στιγμές που κι η αγάπη γονατίζει
Για τα μεγάλα της φυλής ιδανικά
Για μας η πιο όμορφη σελίδα τώρα αρχίζει
Ναι, πίστεψε με κι έλα γέλασε γλυκά

Μας χωρίζει ο πόλεμος
Μα θεριεύει η ελπίδα
Πως για τη γλυκιά πατρίδα
Φεύγω τώρα εκδικητής

Μας χωρίζει ο πόλεμος
Μα αν με νιώθει η ψυχή σου
Φέρνε με στην προσευχή σου
Να γυρίσω νικητής

Παρέα θέλω στη μανούλα μου να κάνεις
Στη μάνα που 'χε το κουράγιο να μου πει
Ή να γυρίσεις νικητής ή να πεθάνεις
Κι ας είμαι η μόνη της χαρά μες στη ζωή





ΟΧΙ ΚΑΙΝΟΎΡΓΙΟ ΠΌΛΕΜΟ
Μ.Τραϊφόρου - Τ.Ιακωβίδου

Μα, εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Και τα παλικάρια μας τα ηρωικά
Εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Με τραγούδια θριαμβικά
Εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Τον θυμάμαι και κλαίω
Τώρα τραγουδάω και λέω

Σπάστε τις άγριες σάλπιγγες
Τις θριαμβικές φανφάρες
Και κάντε τες χαμόγελο
Και κάντε τες κιθάρες

Τον πόνο κάντε τον κρασί
Τον στεναγμό λουλούδι
Και του πολέμου την κραυγή
Ερωτικό τραγούδι

Όχι καινούργιο πόλεμο
Όχι καινούργια αντάρα
Κατάρα στ' αστροπέλεκα
Στις σάλπιγγες, κατάρα

Οι κάμποι θέλουν πράσινο
Η άνοιξη θέλει αηδόνια
Τ' άστρα καθάριο ουρανό
Τα κορφοβούνια χιόνια

Κι ο άνθρωπος
Σαν το τρελό κυνηγημένο ελάφι
Ζητάει και λαχταράει
Να πιει αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη
Ω, ω, ω, αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη

Γλυκό ψωμί κι όχι ζωές
Να κόβουν τα μαχαίρια
Κι αντί να κουβαλάν φωτιά
Των αγοριών τα χέρια
Των κοριτσιών τα ολόχλωμα
Τα στήθη να απλώνουνε
Και στην καρδιά τους
Το γλυκό Απρίλη να καρφώνουνε








'Aσμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας


5

'Ηλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;
Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..





"Η λαϊκή δημοκρατία είναι η μόνη σωτηρία!"


10 σχόλια:

mareld είπε...

Aσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας

1

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός,
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας,
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες,

εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού,
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού,

τώρα, σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,

τώρα, η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα,
πιάνει και σβήνει ένα-ένα τα λουλούδια επάνω της,
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κοίτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό
θ' ανάψει. Αγριέυει η τρίχα του αλογόβουνου,
τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψύχες τ' ουρανού.

roadartist είπε...

Είναι υποχρέωση να μη ξεχνάμε, όσα και όσους μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα.
Πολλά ευχαριστώ. Τη καληνύχτα μου!

LIA είπε...

Συγκινήθηκα πολύ με τη σημερινή σου ανάρτηση. Είναι ένα σεμνό μνημόσυνο για εκείνους, που η αγάπη τους για την πατρίδα και την ελευθερία, η ανδρεία της ψυχής τους και η πίστη τους για υψηλά ιδανικά, κατείχαν την πρώτη θέση στην καρδιά τους.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ τις θυσίες όλων αυτών των ηρώων, οι οποίοι πιστοί στις αναλλοίωτες διαχρονικά ανθρώπινες αξίες, έβαλαν σε δεύτερη μοίρα τη ζωή τους.
Η φωνή της Βέμπο, φωνή από βελούδο, με γέμισε περηφάνια και θυμήθηκα με νοσταλγία τις σχολικές γιορτές με τους μαθητές μου, για την εθνική μας εορτή που η γλυκιά φωνή μας συνόδευε.

Καλό σου βράδυ, γλυκιά μου Μαρελντούλα!

Roadartist είπε...

Mareld είδα τυχαία αυτό το βίντεο στο διαδίκτυο.
Αξίζει να το δεις..

http://www.youtube.com/watch?v=Kkz7qBLKUxI&feature=player_embedded#

Τέτοιους ανθρώπους πόσο θα ήθελα να είχα τη τύχη για να γνωρίσω!

Καλό βράδυ!

mareld είπε...

Αρτιστάκι μου!
Ακριβή μας!

Σε ευχαριστώ..
έχω συγκινηθεί..

Καλό σου βράδυ μάτια μου!

mareld είπε...

Αγαπημένη μου Λία!

Είμαι κι εγώ συγκινημένη πάρα πολύ..
ένιωσα σαν να ήταν δικοί μου άνθρωποι και να συνέβηκαν όλα χθες το απόγευμα.. η ανάρτηση είναι για όλους τους αδικοχαμένους και γι΄αυτούς που πόνεσαν και πονάνε..

Τόση φρίκη δεν την αντέχει η ψυχή μου..

Καλή σου νύχτα καρδιά μου!

Αστοριανή είπε...

...Μέρες γεμάτες ήρωες, και πως να τους μετρήσεις...
Μαρέλντ μου,
ευχαριστώ για την "σελίδα" σου.
Δεν είχα ακούσει για τον Παπακόγκο... όπως και γ' άλλους, πολλούς...
ήρωες, όσοι έπεσαν,
ήρωες κι όσοι έμειναν δίχως την παρουσία τους...
Σε φιλώ,
Υιώτα
αστοριανή,
ΝΥ

mareld είπε...

Ηλιανθάκι μου!

Ένα γλυκό χάδι στα όνειρά σου..

mareld είπε...

Eνα μήνυμα ανθρωπιάς χωρίς διδακτισμό
Tο γεμάτο συναίσθημα αντιπολεμικό έργο «O Tζόνι πήρε τ’ όπλο του» του Nτάλτον Tράμπο
«K»

Του Παναγιωτη Παναγοπουλου

Mια εξαιρετική, αντιπολεμική ταινία, που έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου όχι μόνο για την αρτιότητά της, αλλά και για τις περιπέτειες του δημιουργού της, προσφέρει σήμερα η «Xρυσή Tαινιοθήκη» της «Kαθημερινής». H ταινία του Nτάλτον Tράμπο «O Tζόνι πήρε τ’ όπλο του» δεν είναι μια παραδοσιακή αντιπολεμική ταινία. Γεμάτη ανθρωπιά και συναίσθημα –δυσβάσταχτο σε πολλές σκηνές–, η ταινία προκαλεί τη σκέψη γύρω από το θέμα της, όχι με διδακτισμό, αλλά μέσα από την τραγική ιστορία ενός στρατιώτη, του Tζόνι, που αναφέρεται στον τίτλο. O Nτάλτον Tράμπο χρησιμοποίησε την ιστορία του Tζόνι, που τοποθετείται χρονικά στον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την ταινία, που δημιουργήθηκε σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη εποχή. Tο 1971, όταν γυρίστηκε το «O Tζόνι πήρε τ’ όπλο του», πολλές ήταν οι ταινίες με πολεμικό θέμα και αντιπολεμικό μήνυμα, αλλά στην πλειοψηφία τους κωμωδίες (όπως το MASH). O Tράμπο, χρησιμοποιώντας ασπρόμαυρο φιλμ, εστίασε στη φρίκη που προκαλεί ο πόλεμος, δείχνοντας απροκάλυπτα το πώς μπορεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, μέσα από την ιστορία του Tζόνι.

Mισός άνθρωπος

O Tζόνι της εποχής πριν από τον πόλεμο είναι ένα νεαρό παιδί, που δουλεύει σε φούρνο, έχει μείνει ορφανός από πατέρα και γι’ αυτό στηρίζει τη μητέρα και τις αδελφές του και είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα. Oταν ξεσπά ο πόλεμος, αποφασίζει να καταταγεί, πιστεύοντας ότι αυτός είναι ο τρόπος να βοηθήσει την πατρίδα του, που τον χρειάζεται. Mερικούς μήνες αργότερα θα έρθει το καθοριστικό γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του Tζόνι μια για πάντα. Aναλαμβάνει να μετακινήσει και να θάψει ένα πτώμα που βρίσκεται στην ουδέτερη ζώνη και ενοχλεί τον αξιωματικό του. Oμως, ενώ πάει να ολοκληρώσει την αποστολή του, τραυματίζεται βαρύτατα από μια νάρκη που εκρήγνυται δίπλα του.

Oταν θα ξυπνήσει, θα βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο. Σιγά σιγά θα συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Eίναι πια μισός άνθρωπος, ή κάτι λιγότερο από μισός. Eίναι καθηλωμένος στο νοσοκομειακό κρεβάτι χωρίς πόδια και χωρίς χέρια και με το μισό του πρόσωπο να λείπει. Δεν μπορεί πλέον να δει ούτε να ακούσει, να μιλήσει ή να γευτεί, παρά μόνο να αισθανθεί τις δονήσεις από τη σποραδική μετακίνηση του σώματός του. Kι όμως, ακόμη ζει όσο απαράδεκτη κι αν είναι αυτή η ζωή. O στρατός πιστεύει ότι ο Tζόνι δεν έχει συναίσθηση της κατάστασής του και οι «υπεύθυνοι» αποφασίζουν να τον κρατήσουν ζωντανό για να τον μελετήσουν και να μάθουν από το ακίνητο, σπαραγμένο σώμα του.

Tην ιστορία του Tζόνι τη μαθαίνουμε από διαρκή φλας–μπακ των αναμνήσεών του. Σ’ αυτά βλέπουμε τη γνωριμία και το πρώτο φιλί με το κορίτσι του, τη σχέση με τον πατέρα του, ακόμη και τις συνομιλίες του με τον Xριστό, τον οποίο βλέπει ως φαντασίωση μέσα στο παραλήρημά του, ζητώντας μάταια λύσεις για τα αναπάντητα ερωτήματά του. Kάποια στιγμή, ο Tζόνι θα μπορέσει να βρει έναν τρόπο να επικοινωνήσει με μια νοσοκόμα και, μέσω αυτής, θα ζητήσει από τους γιατρούς του και τους ανωτέρους του να τον χρησιμοποιήσουν, ώστε η περίπτωσή του να γίνει μάθημα για τις συνέπειες του πολέμου ή να τον αφήσουν να πεθάνει. Kαι πάλι, όμως, το αποτέλεσμα θα είναι απογοητευτικό.

Δημιουργός στη «μαύρη λίστα»

mareld είπε...

Δημιουργός στη «μαύρη λίστα»

O Nτάλτον Tράμπο ήταν από τους δημιουργούς του Xόλιγουντ, που στη δεκαετία του ’50 υπέστησαν διώξεις και αποκλεισμό από τη διαβόητη επιτροπή αντιαμερικανικών ενεργειών. Tο 1950 πέρασε 11 μήνες στη φυλακή, ενώ αναγκάστηκε να υπογράφει με ψευδώνυμο τα σενάριά του, γιατί κυρίως ως σεναριογράφος έκανε καριέρα. Mε αυτή την ιδιότητα κέρδισε δύο Oσκαρ: το 1954 για τις «Διακοπές στη Pώμη» και το 1957 για τον «Γενναίο». Tο βραβείο για την πρώτη ταινία δεν του απονεμήθηκε, αφού ο Tράμπο χρησιμοποίησε ως «κάλυψη» τον φίλο του Iαν Mακ Λέλαν Xάντερ, ενώ δεν μπόρεσε να παραλάβει ούτε το δεύτερο βραβείο, αφού εκείνη την εποχή «κρυβόταν» πίσω από το ψευδώνυμο Pόμπερτ Pιτς. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν έντονες φήμες πως ο Pιτς ήταν στην πραγματικότητα ο αποκλεισμένος Tράμπο, οι παραγωγοί της ταινίας δεν τις επιβεβαίωσαν.

H αλήθεια αποκαλύφθηκε αρκετά χρόνια αργότερα και το Oσκαρ καλύτερου σεναρίου απονεμήθηκε στον Tράμπο σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, λίγο πριν από τον θάνατό του. Πριν από την περιπέτειά του με την αντικομμουνιστική επιτροπή αντιαμερικανικών ενεργειών, ο Tράμπο ήταν ένας από τους πλέον καλοπληρωμένους σεναριογράφους του Xόλιγουντ. Tο «O Tζόνι πήρε τ’ όπλο του» είναι η μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε. H ταινία τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής και με το βραβείο της ένωσης κριτικών FIPRESCI στο Φεστιβάλ Kαννών του 1971.