Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Άκου τι όμορφα που τραγουδάει η βροχή, τι όμορφα που τραγουδάει η καρδιά μας. Τ'όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή Γιάννης Ρίτσος



Σε όλους τους αγαπημένους μου φίλους που λατρεύουν τη βροχή..













Πιο κοντα.

Πιο κοντα.

Μουσκεμενα χιλιομετρα μαζευονται γυρω τους.

Μεσα στις τσεπες του παλιου παντελονιου τους,

εχουν μικρα τζακια να ζεσταινουν τα παιδια.

Κάθονται στον παγκο κι αχνιζουν,

απ’ την βροχη και την αποσταση.

Η ανασα τους ειναι ο καπνος ενος τραινου,

που παει μακρια,πολυ μακρια.

Γιάννης Ρίτσος


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Κόσμε χρυσέ, κόσμ' αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε, κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει, ψεύτη κόσμε.. 'Γω θα σε κερδίσω, ψεύτη κόσμε..


Στη Λία μου με πολλή αγάπη..


Γεννήθηκα

Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού,
σβήνω κυλώντας στα νερά.
Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς
σαλτάροντας με τις τριχιές
του λιβανιού,
πήρα το δρόμο της σποράς.

Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι
του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά
της θεμωνιάς
αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.

Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς,
το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς.





ΤΑ ΡΙΖΙΤΙΚΑ

Κόσμε χρυσέ, κόσμ' αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε,
κόσμε και ποιος σε χάρηκε και ποιος θα σε κερδίσει, ψεύτη κόσμε.
Εγώ 'μαι που σε γλέντησα και 'γω θα σε κερδίσω, ψεύτη κόσμε.
Πεζός περπατούν στα βουνά,
στους κάμπους καβαλάρης, ψεύτη κόσμε





Μανα κι αν ερθουν οι φιλοι μου

Στίχοι: Παραδοσιακό Ριζίτικο
Μουσική: Παραδοσιακό Ριζίτικο
Εκτελέσεις: Νίκος Ξυλούρης

"Μάνα κι αν έρθουν οι φίλοι μου
κι αν έρθουν και δικοί μας.
Να μη τους πείς κι απόθανα
να τους βαροκαρδίσεις.

Στρώσε τους τάβλα να γευτούν,
κλίνη να κοιμηθούνε.
Στρώσε τους παραπέζουλα
Να βάλουν τ'άρματά τους
Και σαν ξυπνήσουν το πρωί
και σ' αποχαιρετούνε,
πες του τος πως απόθανα."





Πώς να σωπάσω

Στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

Cómo callar

¿Cómo callar dentro de mí
la belleza del mundo?
El cielo mío
el mar en mi tamaño.

¿Cómo me pueden hacer que vea
el sol con ojos dinstintos?
En los escalones del sol
mi madre me enseñó a vivir.

¿En el agua del cieno,
en qué idioma me están hablando
los que me están pidiendo
que baje las alas?





Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Νότης Σφακιανάκης

Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια
κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό
Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι
ούλοι δούλοι αφεντικό και μ' αφήναν νηστικό
και μ' αφήναν νηστικό

Ανωχώρι κατωχώρι ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου μου 'βγαινε η ψυχή
Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι
κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά
του χωριού την εκκλησιά

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς
θα 'ρθει ανάποδα ο ντουνιάς

Και ζευγάρι με το βόδι άλλο μπόι κι άλλο πόδι
όργωνα στα ρέματα τ αφεντός τα στρέμματα
Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ' αφέντη το φαΐ
για τ' αφέντη το φαί

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...

Koίτα οι άλλοι έχουν κινήσει έχει η πλάση κοκκινίσει
άλλος ήλιος έχει βγει σ' άλλη θάλασσα άλλη γη

Άιντε θύμα άιντε ψώνιο...





Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης & Μαρία Δημητριάδη
Άλλες ερμηνείες: Χορωδία || Δήμητρα Γαλάνη
|| Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
τις πόρτες σπάσαν οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε στις γειτονιές
την πρώτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
αδέρφια πήραν οι οχτροί
κι εμείς κοιτούσαμε τις κοπελιές
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
φωτιά μας ρίξαν οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε στα σκοτεινά
την τρίτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί
κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά
την άλλη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
μοιράσαν δώρα οι οχτροί
κι εμείς γελούσαμε σαν τα παιδιά
την πέμπτη μέρα

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί
κρατούσαν δίκιο οι οχτροί
κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια
σαν κάθε μέρα





Αυτόν τον κόσμο τον καλό

Στίχοι: Βασίλης Ανδρεόπουλος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Σταύρος Λογαρίδης
|| Μάνος Πυροβολάκης || ΝΑΜΑ

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
τον χιλιομπαλωμένο
βρε ράβε ξήλωνε ράβε ξήλωνε
δουλειά δουλειά δουλειά να μη σου λείπει

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον είχαν πρώτα
βρε γέλα φίλε μου γέλα φίλε μου
δεν είναι δεν είναι δεν είναι και για λύπη

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
σ' εμάς τον παραδώσανε
βρε τρέχα φίλε μου τρέχα φίλε μου
και μη και μη και μη βαριά το παίρνεις

Αυτόν τον κόσμο τον καλό
άλλοι τον καρτεράνε
βρε σκέψου φίλε μου σκέψου φίλε μου
την ώρα την ώρα την ώρα που θα φεύγεις





Αγρίμια κι αγριμάκια

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Εκτελέσεις: Ψαραντώνης || Νίκος Ξυλούρης
|| Χαράλαμπος Γαργανουράκης

- Αγρίμια κι αγριμάκια μου,
λάφια μου μερωμένα,
πέστε μου πού'ναι οι τόποι σας,
πού'ναι τα χειμαδιά σας;

- Γκρεμνά'ναι εμάς οι τόποι μας,
λέσκες τα χειμαδιά μας,
τα σπηλιαράκια του βουνού
είναι τα γονικά μας.







1940
Πόσα χρόνια δίσεχτα


Στίχοι: Κ.Χ Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Πόσα χρόνια δίσεχτα μέσα σε μιαν ώρα
βάσταξες αδάκρυτη, μάνα Παναγιά.
Πόσα βόλια σπείρανε, γιε μου, σε μιαν ώρα
και σε μαρμαρώσανε στην ξερολιθιά.

Μέσα στα ερείπια στέκει σαν αηδόνα
το καταμεσήμερο και θρηνολογεί.
Κάλεσε το Χάροντα σε κρυφό αγώνα
πες και στη Χαρόντισσα να σε λυπηθεί.

Κάποια ξημερώματα σε μακρύ τραπέζι
θά ‘ρθουν να καθίσουνε μάνες και παιδιά.
Μέρα αναστάσιμη κι ο λαός θα παίζει
τα πολλά τραγούδια του για τη λευτεριά.



Σε ψηλό βουνό

Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό
Νίκος Ξυλούρης || Ψαραντώνης

Σε ψηλό βουνό,
σε ριζιμιό χαράκι,
κάθεται έν' αϊτός.

Βρεμένος, χιονισμένος
ο καημένος και παρακαλεί.
Και παρακαλεί
τον ήλιο ν' ανατείλει.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.

Ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε
χιόνια από τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα
από τ' ακράνυχά μου.

Ήλιε ανάτειλε-ήλιε ανάτειλε.




Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Κι ο άνθρωπος Σαν το τρελό κυνηγημένο ελάφι Ζητάει και λαχταράει Να πιει αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη..






Φίλε Πάνο..σε ευχαριστώ..

Ήμουν στην αυλή της ακριβής μας Roadartist
και σκεφτόμουν να της αφήσω λίγο χάδι..
αλλά ήρθε..εκτελέσθηκε στα 27 του..
και με άφησε..σαν τη κραυγή του Munch..

Το μεγαλύτερο κοριτσάκι του Νίκου, η Φωτεινή, πεντέμισυ τότε χρονών,
μου είπε κρυφά ώστε να μην την ακούσουν άλλοι:
«Ο Νίκος μας είναι στηΡωσία...».
Τα δυο δίδυμα κοριτσάκια, η Μαρίνα και η Κρυστάλλω,
τριάμισυ χρόνων πηγαινοέρχονταν στο διπλανό δωμάτιο, που η
μαμά τους ετοίμαζε τυρόπιτα και κάθονταν στα γόνατα μου πότε
το ένα, πότε το άλλο, χαρούμενα κι αυτά.
Όταν στρώθηκε το τραπέζι με τη ζεστή πίτα και με άλλα
φαγητά, που δεν έλειπαν ποτέ από το σπιτικό μας, καθίσαμε
γύρω-γύρω και οι δύο πολιτοφύλακες μαζί μας. Σφίχτηκε η καρ-
διά μου που ο πατέρας μου έτρωγε μέσα σ' ένα πιάτο σούπας
«παπάρα», φαγητό για 'κείνους που δεν έχουν δόντια. Μέσα σε
βραστό νερό με λίγο λάδι ή και λίγο τυρί η Παναγιώτα έτριψε
μπουκιές-μπουκιές ψωμί σιταρένιο.«... ώστε δύσκολα τρώει, -σκε-
πτόμουν-, ο πατέρας μου... πόσα αλλαγμένα βλέπω στο άλλοτε
ευτυχισμένο σπιτικό μας...». Μετά το φαγητό οι δύο πολιτοφύλα-
κες βγήκαν έξω από το σπίτι και έμειναν έξω όλη τη νύχτα για
επαγρύπνηση. Εμείς κουβεντιάζαμε για τον Νίκο. Στον πατέρα δεν
επέτρεψαν οι μοναρχοφασίστες να πάει στον τόπο της εκτέλεσης
και να φέρει τον πολυλατρεμένο του άψυχο γιο και να τον θάψει
με τις τιμές, που ο ίδιος ήξερε. Αυτό το ζήτημα τον βασάνιζε. Το
αληθινό ψυχικό μαρτύριο του πατέρα μου δεν θα το ξεχάσω σε
όλη μου τη ζωή. Θρηνούσε, έκλαιγε:
«... Ποιο κακό έκαμα εγώ; ...
που είναι τα παιδιά μου;...».
Κάποια στιγμή σηκώθηκε από τη

θέση του και μου έδωσε το παρακάτω ποίημα, γραμμένο από τον
ίδιο τον πατέρα μου για τον Νίκο:




Εις τον Νίκον Παπακόγκον
εκτελέσθηκε στα 27 του..

Δεν κλαίτε χώρες και χωριά
δεν κλαίτε βιλαέτια
Λεν κλαίτε για το σταυραετό
το Νίκο Παπακόγκο.
Πως τον τραβάν οι Μάυδες
πέρα στη Μεσοχώρα
Πάνουν να τον σκοτώσουνε
στη ράχη στις Αρμύρες.
Τον κλαίγει όλος ο ντουνιάς
φίλοι και συγγενήδες
Τον κλαίγει η μανούλα του
οι δόλιες αδελφές του
Τον κλαίγει η γυναίκα του
και τα μικρά παιδιά του
κι ο μαύρος ο πατέρας του
παρηγοριά δεν έχει.
Τον κλαίνε οι αρχόντισσες
από τα Βλαχοχώρια
τους έχ' γλιτώσει τα παιδιά
τ' αδέρφια και τους άντρες.
Κάνα κακό δεν έκαμε
σε όλη τη ζωή του
ήταν κολόνα στα βουνά
και φλάμπουρο στον κάμπο
σ' όλο τον κόσμο στήριγμα
ένα κρυφό καμάρι.
1948, ΚΚόγκος

Στο ποίημα υπάρχει υποσημείωση από τον ίδιο τον πατέρα
μου: «Ο ήχος -όπως τραγουδιέται «ο Λεπενιώτης άρρωστος, στο
χέρι λαβωμένος» και όπως τραγουδιέται ένα τραγούδι του Κον-
δύλη: «Τον κλαίγει όλος ο στρατός, όλες οι Μεραρχίες».





Ύμνος στον Νίκο Παπακόγκο από τον πατέρα του

Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου Παχτουρίου, προερχομενον
από τον Άγιο Γεώργιο Παχτουρίου βρήκε ο Γιαννάκης Κώστα
Παπαχρήστος ένα ύμνο του πατέρα μου Κ. Κόγκου, γραμμένο στο
όνομα του αδερφού μου Νίκου,τον οποίο εκτέλεσε μοναρχοφασι-
στικός στρατός στις 27 Απριλίυ 1947. Ο ύμνος είναι γραμμένος
στο εσωτερικό μέρος του εξωφύλλου ενός μικρού βιβλίου θρη-
σκευτικού «Ακολουθία και βίος του Αγίου ενδόξου ιερού μάρτυ-
ρος ΜΟΔΕΣΤΟΥ, αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων του Θαυματουρ-
γού...». Έχει δε ως εξής ο ύμνος:

Άόκνως τον βίον σον και ήρωικώς
διανύσας, την άλήθειαν διασπείρας
εύθαρσώς, τροπαιούχε, καμφθηναι
άπαξίωσας εις τάς άπειλάς των δημίων.
Όθεν και έναθλήσας προθυμότατα,
Νίκο, νυν εν αγαλλιάσει τω Χριστώ
συναγάλλη πρεσβεύων υπέρ πάντων
ημών των θαυμαξόντων σε και άρυομένων
ανδρείας διδάγματα.
29-7-47, Κ. Κόγκος



Αφιέρωμα σ' έναν ήρωα ποιητή

"Γρεβενοσέλι",τιτλοφορείται το περιοδικό για την ιστορία, τη λαογραφία και τον πολιτισμό των Τζουμέρκων,που έφτασε στα χέρια μας, το 22ο τεύχος του οποίου έχει αφιερωθεί στον ήρωα αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και ποιητή Νίκο Παπακόγκο,με την ευκαιρία των πενήντα χρόνων από τη θυσία του. Το αφιέρωμα, εκτός από βιογραφικό σημείωμα του πρόωρα χαμένου ποιητή, το οποίο υπογράφει η Βάγια Παπακόγκου,περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα του περιοδικού για τον Ν. Παπακόγκο, κείμενα του Δημοσθένη Γ. Κόκκινου και του Μπάμπη Κλάρα (αδελφού του Αρη Βελουχιώτη, αγωνιστή και κριτικού) και δεκαέξι ανέκδοτα ποιήματα του Ν. Παπακόγκου.

Ο Ν. Παπακόγκος γεννήθηκε το 1918 στο χωρίο Δραμίζι των Τρικάλων Θεσσαλίας, στο οποίο υπηρετούσε ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Κόγκος, σα δάσκαλος και παπάς.

Ο πατέρας του μετατίθεται από το χωρίο του, στο Παχτούρι, στην κεντρική Πίνδο, το οποίο είναι περιτριγυρισμένο από βράχια, αλλά και δασωμένα με οξιές και έλατα βουνά. Τοπίο που επηρέασε την ποίηση του Ν. Παπακόγκου.

Ανυπότακτος χαρακτήρας από παιδί ο ποιητής, αποβλήθηκε αρκετές φορές από το σχολείο, συνήθως γιατί έγραφε σατιρικά στιχάκια για τους καθηγητές και τη βίαιη μέθοδό τους. Λόγω αποβολών πέρασε από πέντε γυμνάσια, με προτελευταίο το 4ο Γυμνάσιο Πειραιά, όπου το 1933 οργανώθηκε στην ΟΚΝΕ. Το 1940 μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά με την εισβολή των Ιταλών γύρισε στο χωριό του για να αγωνιστεί και στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή Πίνδου - Κόζιακα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ήρθε στην Αθήνα και εντάχθηκε στο βοηθητικό προσωπικό του "Ριζοσπάστη".Το Δεκέμβρη του '46 ξαναβγήκε στο βουνό (στον Κόζιακα). Τον Απρίλη του 1947 πιάστηκε από τμήμα του τάγματος Γαλάνη, βασανίστηκε επί τρεις μέρες στη Μεσοχώρα Τρικάλων και στις 27 του Απρίλη εκτελέστηκε από τους Μάυδες, στη θέση Αρμύρες. Να σημειώσουμε ότι ο γιος του ήρωα, ο Κωστής Ν. Παπακόγκος, είναι επίσης ποιητής και πεζογράφος.

Η ποίηση του Ν. Παπακόγκου, ποίηση αυθεντική, αισθαντική, ορμητική, κινήθηκε σε ένα ευρύ θεματικό και μετρικό, ομοιοκατάληκτο φάσμα. Αλλοτε λυρική, θυμίζει τη χάρη του Κρυστάλλη. Αλλοτε λεβέντικα δεκαπεντασύλλαβη, θυμίζει τη δημοτική μας ποίηση. Αλλοτε σαρκαστική οχτασύλλαβη θυμίζει το σατιρικό Βάρναλη.

Δίνουμε λίγα δείγματα της ποίησης του Ν. Παπακόγκου:
"Η πλάση κλαίει και θλίβεται. / Γλυκιά, ανοιξιάτικη βροχή. / Από βαθιά συγκίνηση/ να μου λυγάει νιώθω η ψυχή (...) " (από το "Η πλάση κλαίει"). "Δυο αθώα ζητιανάκια/ όμορφα και ταπεινά, / τα κακόμοιρα κρυώνουν, η καρδιά μου τα πονά. (... ) " (από το"Ζητιανάκια").

"Πέταξε δόξα ελληνική ψηλά στην Ελασσόνα, / χαιρέτησε την κλεφτουριά, τους θρυλικούς αντάρτες, / στεφάνωσε τον άφταστο κι ηρωικόν αγώνα, / που κάνουν με τους φασιστές και με τους λαογδάρτες/. (... ) Για πέταξε ψηλότερα, προς τα Τζουμέρκα τράβα, / στο ηρωικό Τετράκωμο τη μάχη ν' αγναντέψεις, / μέρες ο ανταρτοπόλεμος όλο φωτιά και λάβα, / της νίκης της περίλαμπρης διξόδεντρα να δρέψεις" (από το "Η μάχη του Τετρακώμου").

"Ελα, φίλε Κοθωνιάτη, / να μιλήσουμε κομμάτι, / να τα πούμε ένα ένα/ τωρινά και περασμένα/. Πάντοτε φτωχός γυρνούσες/ και με βάσανα περνούσες, / δούλευες για την μπομπότα/ δίχως γίδια, δίχως πράτα/. Μες στις τρώγλες κατοικούσες / κι όταν μαύρε, αρρωστούσες/ σ' έδιωχνε σα να 'σουν σκύλος/ ο αφεντικός ο φίλος... / Για να λείψουν τα δεινά σου/ και να ζήσουν τα παιδιά σου/ σε καινούρια κοινωνία, / δίχως ψέμα κι αδικία / πάλεψε με τον εργάτη, / γκρέμισε τον πλουτοκράτη, / πάρε τ' άρματα στο χέρι/ κι όρμησε σαν το ξεφτέρι/. Γίνε πια θεριό κι αγρίμι/ να μη σε θαρρούν ψοφίμι. / Η λαϊκή δημοκρατία είναι η μόνη σωτηρία!" (από το "Ο Κοθωνιάτης", που το απάγγελλαν οι ΕΠΟΝίτες σε γιορτές και λαϊκές συνάξεις στα ελεύθερα χωριά της Πίνδου).
rizospastis.gr




Να μην πολεμήσουν τα παιδιά μας για τους ξένους

Ετοιμες πάντα οι Ελληνίδες μάνες να αγωνιστούν ενάντια στην επιστράτευση των παιδιών τους για ξένα συμφέροντα, πέρα από τα σύνορα της πατρίδας. Σαν λύκαινες ορμούσαν να προστατεύσουν τα σπλάχνα τους, απέναντι στις απαιτήσεις είτε κατακτητών είτε ισχυρών "προστατών". Η ιστορία των κινητοποιήσεων ενάντια στην επιστράτευση, που κινητοποίησε χιλιάδες λαού στην Αθήνα και κατέληξε στο κάψιμο των καταλόγων, είναι, λίγο - πολύ, γνωστή. Ομως, άγνωστη παραμένει για τους πολλούς η συμβολή των γυναικών στην επαρχία και ιδιαίτερα στα χωριά για τη ματαίωση της επιστράτευσης, το 1944. Γυναίκες μαυροφορεμένες, μωρομάνες, καραγκούνισσες... κορίτσια, όλες αποφασισμένες να φτάσουν στα άκρα. Γιατί την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί, ύστερα από τρομερές απώλειες που έχουν στα διάφορα μέτωπα, αποφασίζουν να επιστρατεύσουν τους Ελληνες. Ιδιαίτερα δραστήρια αντιδρούν οι γυναίκες σε όλες τις περιοχές της χώρας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλία. Ζουν ακόμη οι μνήμες από ένα μεγαλειώδες συλλαλητήριο με 5.000 Τυρναβίτισσες... Οι γυναικείες οργανώσεις της Θεσσαλίας το 1946 στο Α Πανελλαδικό Συνέδριο της ΠΟΓ αναφέρουν στοιχεία για δεκατρείς γυναικείες κινητοποιήσεις. Πολλά μένουν ακόμα να γραφούν για την αντίσταση των γυναικών. Η ιστορία της τώρα έχει αρχίσει να γράφεται...

Παρακάτω μεταφέρουμε μερικά αποσπάσματα από μαρτυρία της Βάγιας Παπακόγκου από την κινητοποίηση των γυναικών στην περιοχή των Τρικάλων, όπου ήταν υπεύθυνη. Το κείμενο είχε δημοσιευτεί για τη "Μέρα της Γυναίκας" στην εφημερίδα των πολιτικών προσφύγων από την Ελλάδα "Νέος Δρόμος", στις 7 Μάρτη 1963, με τίτλο "Μια ηρωική γυναικεία κινητοποίηση".

"...Ξημερώματα της 11 του Μάρτη. Στην πλατεία του χωριού Ζούλιανη, έξω από τα Τρίκαλα, είναι συγκεντρωμένες 700 γυναίκες, μαχητικές και καλά κατατοπισμένες, που κατάγονται απ' τα χωριά όλης της περιφέρειας. Συγκροτούνται σε δεκαρχίες, με μια υπεύθυνη επικεφαλής της κάθε δεκαρχίας, μια σειρά άλλα γυναικεία στελέχη είναι προορισμένα να οδηγήσουν αυτή τη μάζα των γυναικών στις τοπικές και γερμανικές αρχές της πόλης, ενώ 24 άλλες γυναίκες αποτελούν την επιτροπή που θα μιλήσει με τις αρχές. Ολες ντυμένες με τις τοπικές στολές, τα καραγκούνικα, μπαίνουμε στην πόλη από διάφορα σημεία και κατευθυνόμαστε στη Νομαρχία.

...Πάνω στο μεγάλο τραπέζι, το στρωμένο με πράσινο τραπεζομάντιλο, μια επιτροπή γράφει τα ονόματα των γυναικών και των χωριών που κατάγονται, ενώ ο Γερμανός διοικητής κάνει ανακρίσεις.

- Ποιος σας έφερε εδώ; - Ηρθαμαν μονάχες μας. - Ποιος σας έστειλε; - Είπαμαν, ήρθαμε μονάχες μας. - Τι θα πει μονάχες; Πώς συνεννοήθηκαν οι γυναίκες του Λιόπρασου και της Παληοσαμαρίνας, της Συκιάς και της Σκλάταινας; Ποιος σας οργάνωσε; Αυτό θέλουμε να μας πείτε, ακούγεται βροντερή η φωνή του Γερμανού διοικητή.

- Κανένας δε μας οργάνωσε. Ηρθαμαν όλες μαζί, γιατί ταίριασαν τα μυαλά μας!

- Γιατί ήρθατε εδώ;

- Για να σας πούμε να φύγετε απ' τον τόπο μας. Να πάτε στα σπίτια σας, όπως είμαστε κι εμείς στα δικά μας.

Ο Γερμανός διοικητής αποτείνεται σε μια γριά: - Γιατί ήρθες εδώ γιαγιά; - Να σ' πω παιδιάκι μ' να πας στη μανούλα σ! ...ούλα τα χουριά γιουμάτα αντάρτες με τφέκια... Είπαν θα σας σκοτώσουν... Γρήγουρα να φύγιτι...

...Μετά τις ανακρίσεις, οι 24 γυναίκες της επιτροπής οδηγούνται στη γερμανική διοίκηση, ενώ ένα μεγάλο αριθμό, κοντά 250, μας οδηγούν στις φυλακές της πόλης. Οι υπόλοιπες απελευθερώνονται από έλλειψη χώρου. Μια αποπνιχτική μούχλα και μια αλλόκοτη κρυάδα διαπερνά το σώμα μας, μόλις πατήσαμε στο κρύο τσιμέντο της φυλακής... Από μια τρύπα του μεσότοιχου, που 'ναι φτιαγμένη επίτηδες για τέτοιον σκοπό, άρχισαν να βάζουν νερό που ανέβαινε σιγά σιγά στα πόδια μας.

- Θα μας πνίξουν! Ακούγεται τρομαγμένη μια γυναικεία φωνή.

- Ας μας πνίξουν... είπαν οι άλλες. Δεν είμαστε μονάχα εμείς!

- Ορθιες μέσα στο κρύο νερό, στο σκοτάδι, νιώθουμε τις αναπνοές μας σαν να 'ναι μια κι ακούμε τους χτύπους της καρδιάς μας σα να 'ναι χτύπος ένας...

- Οχ! Πονώ φριχτά. Το στήθος μου πέτρωσε... ακούγεται γυναικείο κλάμα.

- Σου είπα να μην έρθεις αφού είχες μωρό, της λέει κάποια από μας.

- Τι λες; Πώς δε θα 'ρχόμουνα; Μόνο εγώ έχω μωρό;

Η νύχτα που πέρασε, μας φάνηκε αιώνας, ώσπου να ξημερώσει και να δούμε η μια της άλλης το χλομό πρόσωπο.

- Κουράγιο συναγωνίστριες, ακούγονται παιδικές φωνές απ' το φεγγίτη... Να μη μαρτυρήσετε τίποτε. Εμείς τους σπάσαμε και τα τζάμια... Μας χτύπησαν κιόλας πολύ. Ομως, τίποτα δε μαρτυρήσαμε...

Τ' αετόπουλα της πόλης είχαν έρθει κρυφά να μας επισκεφθούν. Από τον ανοιχτό φεγγίτη, μας έριξαν ψωμί φρέσκο, αυγά, τυρί, κρέας...

Στη φυλακή φέρνουν τώρα τις 24 γυναίκες της επιτροπής, μ' επικεφαλής τη Μαρία Κ. απ' το χωριό Κριτσίνη, αφού προηγούμενα πήραν ανακρίσεις από την κάθε μία χωριστά. Κατά το μεσημέρι, μας βγάζουν στην αυλή και ξαναπαίρνουν ανακρίσεις οι Γερμανοί. Πάλι οι ίδιες απαντήσεις.

- Να πάτε του λόγου σας στα σπίτια σας και να μην έρχεστε και μας παίρνετε το σόδημα.

- Να φύγετε, κύριε Γερμανέ και συμπάθαμε, που δε σε ξέρω πώς σε λένε...

Πάλι μέσα στο μουχλιασμένο μπουντρούμι... Τα νερά πάνω απ' τα γόνατά μας.

- Κακόχρονο να 'χεις, που 'χεις κάτι χέρια σαν τσιγαρόχαρτο, μου λέει μια, πλησιάζοντάς με. Και μου βάφει τα χέρια με τη λουλακένια βαφή, που διαλύονταν απ' τη μουσκεμένη μάλλινη ποδιά της... και μου μουτζουρώνει το πρόσωπο με μαυρίλα απ' τον τοίχο για να μην τύχει και με γνωρίσει κανένας. Εκεί στις ανακρίσεις, οι τριεψιλίτες, κάνοντας διάφορες παραπειστικές ερωτήσεις, φώναξαν τ' όνομά μου.

- Δεν την ξέρουμε, είπαν εκείνες.

- Δε λεν καμιά μας έτσι, πρόσθεσαν άλλες.

Η δεύτερη νύχτα ήταν πιο φριχτή. Τη δεύτερη μέρα είναι πιο χλομά τα πρόσωπά μας και τα μάτια μας βαθούλωσαν πιο πολύ... όμως καμιά δεν παραπονιέται.

...Κάτω απ' την αποφασιστική πάλη όλου του λαού της περιφέρειας για τη δική μας απελευθέρωση, μας άφησαν πια οι Γερμανοί. Οταν βγήκαμε απ' την πόλη και πήραμε ξανά το δρόμο για τη Ζούλιανη, είδαμε, με έκπληξή μας, πως είμαστε διπλάσιες σε αριθμό. Μια σειρά γυναίκες και άντρες της πόλης ήρθαν μαζί μας. Λαός απ' όλη την περιφέρεια, μας περίμενε με χαρά και συγκίνηση στο χωριό Ζούλιανη. Βούιζε η ατμόσφαιρα απ' τα τραγούδια της αντίστασης".

Εμπνευσμένο από την αντιστασιακή παράδοση των γυναικών της Θεσσαλίας το ποίημα του αδελφού της Βάγιας, του Νίκου Παπακόγκου, που γεννήθηκε στις 12 Φλεβάρη του 1918 και εκτελέστηκε στις 27 Απρίλη του 1947, στο άνθος της ηλικίας του. Βρήκαμε τους στίχους του αδικοχαμένου νέου ποιητή στο βιβλίο με τίτλο "Ματωμένος ήλιος" (Εκδόσεις "Σύγχρονη Εποχή"):

"Μέσα στη φρίκη της σκλαβιάς, τον ήλιο που σκοτείνιασε, / περήφανο το μπόι σου όρθωσες καραγκούνα, / μες στην πορεία τ' αγώνα σου τον άντρα τον ξεπέρασες/ όρμησες προς το φως, μπροστά, κι ανέμισε η συγκούνα. /

...Παλιές προλήψεις άδραξες και τολμηρά τις έπνιξες, / γιατί το φως ξεπρόβαλε μες στης ψυχής το βάθος. /

Το χέρι σου το δυνατό βαρύ ντουφέκι βάσταξε, / προδότες και καταχτητές τους έβαλες σημάδι, / γεια σου του κάμπου αντάρτισσα, που τον ντουνιά τον θάμπωσες, στο πλάι τ' αντρός παλεύοντας να φύγει το σκοτάδι".

Επιμέλεια: Αλίκη Ξένου - ΒΕΝΑΡΔΟΥ




Κωστής Παπακόγκος
γιος του Νίκου

Στη χαρά τα πουλιά λαλούσαν
χιλιάδες γλώσσες στον κίνδυνο
μονάχα εσπεράντο

Πέθαναν για να ζήσουν οι άλλοι·
με τον καιρό όμως πέθαναν οι άλλοι
κι επέζησαν οι νεκροί.

Ήταν μια χώρα μακρινή που τα πουλιά
ξέχασαν να δουλεύουν τα φτερά τους
κι έγιναν ποντικοί· μα κελαηδούν ακόμα.

Στείλτε αστυνομικές δυνάμεις στο λιβάδι
τρελάθηκαν οι παπαρούνες
θαρρούν πως είναι κάθε μέρα πρωτομαγιά.






ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
Γ.Ασημακόπουλου-Σ.Παπαδούκα-Μ.Θεοφανίδη

Θα σας πω για να το μάθει ο ντουνιάς
Το τραγούδι της λεβέντικης γενιάς
Που το φέρνει ο αγέρας με τον πόνο της φλογέρας
Και που κρύβει τον καημό της λευτεριάς

Το τραγούδι της τρανής παλικαριάς
Που το λέει στα κορφοβούνια ο βοριάς
Και τ' αντιλαλούν οι λόγγοι πέρα από το Μεσολόγγι
Κι απ' το Σούλι ως το χάνι της Γραβιάς

Α, η Ελλάδα είναι απ' το Θεό σταλμένη
Α, η Ελλάδα μας ποτέ της δεν πεθαίνει

Το τραγούδι που οι στροφές του οι παλιές
'φταναν μέχρι τις ψηλές αητοφωλιές
Κι έτσι οι αετοί μάθαιναν πολεμώντας πως πέθαιναν
Παλικάρια σε βουνά κι ακρογιαλιές

Το τραγούδι που είν' αθάνατη πνοή
Που το 'λεγαν σαν γλεντούσαν κι οι θεοί
Που τη νίκη ενός αγώνα πέρα 'κει στον Μαραθώνα
Διηγιέται να ζηλεύουν οι λαοί

Α, η Ελλάδα μας η χιλιοδοξασμένη
Α, η Ελλάδα μας η τόσο αδικημένη





ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ
Μ. ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ - Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΛ
(Σ. Βέμπο) 1946

«Ποιος το περίμενε στ' αλήθεια,
να βγουν ψευτιές και παραμύθια
και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους,
που μας τα 'λέγαν κάθε βράδι απ' τα Λονδίνα τους.

Μα δεν πειράζει, δεν πειράζει,
δεν θα το βάλουμε μαράζι
και δεν θα κλάψουμε που πάλι μας ξεχάσατε,
γιατί δεν είν' πρώτη φορά που μας τη σκάσατε
και στην υγειά σας μια οκαδούλα εμείς θα πιούμε
και στη μικρή την Ελλαδούλα μας θα πούμε:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις.

Σε κάθε χιονισμένη ράχη,
σαν πολεμούσαμε μονάχοι,
όλοι λαγούς με πετραχήλια μας ετάζατε
και μεσ' στα μάτια με λατρεία μας κοιτάζατε.

Μα ξεχαστήκαν όλα εκείνα,
η Πίνδος και η Τρεμπεσίνα,
ίσως μια μέρα εμάς που τόσο αίμα εχάσαμε,
να μας καθήσουν στο σκαμνί, γιατί νικήσαμε.

Μα φυσικό θα μας φανεί κι αυτό ακόμα
και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ' ένα στόμα:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».

Σημειώσεις:
1. Το τραγούδι αποτυπώνει ανάγλυφα τη δόλια στάση των συμμάχων κατά της Ελλάδας. Για μια ακόμα φορά στην Ιστορία φάνηκε περίτρανα πως όλοι αυτοί οι ξένοι (κυρίως οι Αγγλοσάξωνες) είναι όλο υποσχέσεις και μάθανε μόνο να παίρνουν και όχι να δίνουν.
2. Ο Τσώρτσιλ, μετά τις απίστευτες νίκες του περήφανου Ελληνικού Στρατού στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, έλεγε από το Λονδίνο: «Κάποτε λέγαμε πως οι Έλληνες πολεμούν σαν Ήρωες, τώρα θα λέμε πως οι Ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες!». Φαίνεται όμως πως τότε είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του!!
3. Τραγουδήθηκε μετά την απελευθέρωση στο θέατρο «ΚΕΝΤΡΙΚΟ», στην ομώνυμη επιθεώρηση.






ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Κ.Κοφινιώτη - Μ.Σουγιούλ
Ούτ' ένα δάκρυ από τα μάτια ας μη κυλήσει
Στου χωρισμού μας το πικρό τώρα φιλί
Πρέπει ο καθείς μας τώρα πια να πολεμήσει
Αφού η γλυκιά μας η πατρίδα το καλεί

Είναι στιγμές που κι η αγάπη γονατίζει
Για τα μεγάλα της φυλής ιδανικά
Για μας η πιο όμορφη σελίδα τώρα αρχίζει
Ναι, πίστεψε με κι έλα γέλασε γλυκά

Μας χωρίζει ο πόλεμος
Μα θεριεύει η ελπίδα
Πως για τη γλυκιά πατρίδα
Φεύγω τώρα εκδικητής

Μας χωρίζει ο πόλεμος
Μα αν με νιώθει η ψυχή σου
Φέρνε με στην προσευχή σου
Να γυρίσω νικητής

Παρέα θέλω στη μανούλα μου να κάνεις
Στη μάνα που 'χε το κουράγιο να μου πει
Ή να γυρίσεις νικητής ή να πεθάνεις
Κι ας είμαι η μόνη της χαρά μες στη ζωή





ΟΧΙ ΚΑΙΝΟΎΡΓΙΟ ΠΌΛΕΜΟ
Μ.Τραϊφόρου - Τ.Ιακωβίδου

Μα, εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Και τα παλικάρια μας τα ηρωικά
Εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Με τραγούδια θριαμβικά
Εγώ που τραγούδησα τον πόλεμο
Τον θυμάμαι και κλαίω
Τώρα τραγουδάω και λέω

Σπάστε τις άγριες σάλπιγγες
Τις θριαμβικές φανφάρες
Και κάντε τες χαμόγελο
Και κάντε τες κιθάρες

Τον πόνο κάντε τον κρασί
Τον στεναγμό λουλούδι
Και του πολέμου την κραυγή
Ερωτικό τραγούδι

Όχι καινούργιο πόλεμο
Όχι καινούργια αντάρα
Κατάρα στ' αστροπέλεκα
Στις σάλπιγγες, κατάρα

Οι κάμποι θέλουν πράσινο
Η άνοιξη θέλει αηδόνια
Τ' άστρα καθάριο ουρανό
Τα κορφοβούνια χιόνια

Κι ο άνθρωπος
Σαν το τρελό κυνηγημένο ελάφι
Ζητάει και λαχταράει
Να πιει αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη
Ω, ω, ω, αγάπη, ω, ω, ω, αγάπη

Γλυκό ψωμί κι όχι ζωές
Να κόβουν τα μαχαίρια
Κι αντί να κουβαλάν φωτιά
Των αγοριών τα χέρια
Των κοριτσιών τα ολόχλωμα
Τα στήθη να απλώνουνε
Και στην καρδιά τους
Το γλυκό Απρίλη να καρφώνουνε








'Aσμα ηρωικό και πένθιμο
για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας


5

'Ηλιε, δεν ήσουν ο παντοτεινός;
Πουλί, δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;
Λάμψη, δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;
Κ' εσύ, περβόλι, ωδείο των λουλουδιών,
κι' εσύ, ρίζα σγουρή, φλογέρα της μαγνόλιας!

Eτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δεντρο
και το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα
κ' ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι
και τα δυο ματια πάνε να δακρύσουν,
γιατί; ρωτάει ο αητός, πούναι το παλικάρι;
Κι' όλα τ' αητόπουλα απορούν: πούναι το παλικάρι!
Γιατί; ρωτάει, στενάζοντας η μάνα, πούναι ο γιος μου;
Κι όλες οι μάνες απορούν: πού νάναι το παιδί!
Γιατί; ρωτάει ο σύντροφος, πού νάναι ο αδερφός μου;
Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν: πού νάναι ο πιο μικρός!
Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός.
πιάνουν το χέρι, και παγώνει,
πάν να δαγκάσουνε ψωμί, κ' εκείνο στάζει αίμα,
κοιτούν μακριά τον ουρανό κ' εκείνος μελανιάζει
-γιατί; γιατί; γιατί; γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος;
γιατί ένα τέτιο ανόσιο ψωμί;
γιατί ένας τέτιος ουρανός εκεί που πρωτα εκατοικούσε ο ήλιος!..





"Η λαϊκή δημοκρατία είναι η μόνη σωτηρία!"


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

«Μακάρι να είχαν εκτελέσει και μένα μαζί με τον Νίκο» Ελλη Παππά











«Εφυγε» η Έλλη Παππά


Ο μύθος της προσωπικής της ιστορίας ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1920. Μεγάλωσε στον Πειραιά, τέλειωσε το γυμνάσιο της Κοκκινιάς, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στην Γαλλική Ακαδημία της Αθήνας.

«Γεννήθηκα στην Σμύρνη, παραμονή της καταστροφής, πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο», γράφει αυτοβιογραφούμενη. «Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει», δήλωσε. «Δεν ήμουν παιδί, ήμουν άλλο πράμα και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου. Η καταστροφή έφερε την οικογένεια στον Πειραιά. Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο «άγγελος της ζωής μου», η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας. Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».


«Μακάρι να είχαν εκτελέσει και μένα μαζί με τον Νίκο»
Της ΟΛΓΑΣ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ

Λευκά λαμπερά μαλλιά, μάτια σαν μικροί κρατήρες φωτός, κυρίαρχα σε ένα πρόσωπο γαλήνης -αυτή είναι η πρώτη εικόνα που μου δίνει η Ελλη Παππά, πηγαίνοντας να τη συναντήσω στο σπίτι της, στου Ζωγράφου, για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Με υποδέχεται ντυμένη απλά και κομψά - μια χρυσή καρφίτσα στη βάση του λαιμού είναι το μοναδικό της στολίδι, «σημείο», σκέφτομαι, μιας χαμένης στις μέρες μας αρχοντιάς.

Σχεδόν μεσημέρι, ο ήλιος πέφτει απ' τις τζαμόπορτες στο διαμέρισμα, 5ος όροφος, ανοιχτός, όλο ταράτσες πολυκατοικιών, ο ορίζοντας. Μέσα, βιβλία, πολλά βιβλία, δυο κυκλάμινα σε γλάστρες μπροστά στο σβηστό τζάκι, το σκυλί της, η Βιόλα, να στριφογυρίζει, φωτογραφίες και πίνακες -ανάμεσά τους, το γνωστό σκίτσο του Μπελογιάννη από τον Πικάσο και το χειρόγραφό του που το συνόδευσε, σε άλλο κάδρο- ακίνητα.

Εχουν μόλις κυκλοφορήσει σε ανατύπωση, μέσα σε χάρτινη κασετίνα, τα δέκα βιβλία μινιατούρες, παραμύθια που έγραψε ή διασκεύασε, ζωγράφισε και βιβλιοδέτησε η ίδια, και τα 'στελνε στον μικρό γιο της -καρπό τής σχέσης της με τον Νίκο Μπελογιάννη- όταν ήταν στη φυλακή και κείνος μεγάλωνε στα χέρια της αδελφής της Διδώς Σωτηρίου. Την κοιτάζω, κάπου μισόν αιώνα από τότε, το μικρό σώμα μέσα στη μεγάλη πολυθρόνα -ποιος ξένος μπορεί να μετρήσει το βάρος εκείνου του συμβόλου, εκείνου του μύθου πάνω της.

- Ησασταν στην ίδια φυλακή, της Καλλιθέας, όταν τον εκτέλεσαν. Πώς να σας ρωτήσω τι αισθανόσασταν μέσα στην καρδιά αυτής της τραγωδίας;

«Δεν μπορείς να απαντήσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν. Πώς να τα πεις αυτά και πώς να τα νιώσουν οι άλλοι; Να είσαι εκεί και να τον πάρουν απ' τα χέρια σου. Στη φυλακή, τον αποχαιρέτησα... Εμένα μου έδωσαν χάρη, δηλαδή ισόβια, ως μητέρα που ήμουν, και δεν με εκτέλεσαν. Γιατί κι εγώ είχα καταδικαστεί σε θάνατο».

- Πώς είναι να περιμένεις από ώρα σε ώρα έναν τέτοιο θάνατο;

«Οταν είσαι εκεί, το ξέρεις, το έχεις αποδεχτεί, ότι κάποια στιγμή μπορεί να συμβεί αυτό, να χτυπήσει η πόρτα και να σε πάρουν -πολλές γυναίκες σκοτώθηκαν έτσι. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο· αν κάνεις, θα προδώσεις... Το τραγικό για μένα είναι ότι δεν πήγα μαζί με τον Νίκο. Διότι αυτό ήθελα. Να πεθάνω, να φύγω μαζί του».

- Παρ' ότι είχατε το παιδί;

Η Ελλη Παππά με τον Νίκο Μπελογιάννη, τελευταία ημέρα της δίκης τους


«Ναι. Το παιδί θα ζούσε, ίσως και καλύτερα χωρίς εμένα, και όταν μεγάλωνε, θα καταλάβαινε... Οι γυναίκες στη φυλακή το αγαπούσαν απ' την αρχή -όταν με σήκωσαν απ' του Αβέρωφ και με πήγαν στο μπουντρούμι της Καλλιθέας για εκτέλεση, αυτές το έκρυψαν για μέρες όπου μπορούσαν: από θάλαμο σε θάλαμο, κάτω από τα ράντζα των κρατουμένων, αρρώστησε σοβαρά από το πήγαιν'-έλα, 6 μηνών παιδάκι ήταν, και το γιάτρεψαν. Γιατί αυτοί, οι ασφαλίτες, με το πρόσχημα ότι θα το φέρουν σε μένα, ζητούσουν να το πάρουν...»

- Για ποιον λόγο;

«Για άγνωστους λόγους. Τέλος πάντων, σώθηκε τότε κι όταν επέστρεψα στις φυλακές Αβέρωφ, το ξαναβρήκα. Μείναμε μαζί ώσπου έγινε 3 χρόνων -αυτό ήταν το όριο παραμονής παιδιών σε φυλακές- και πέρασε καλά, γιατί όλοι τον αγαπούσαν και τον φρόντιζαν εκεί μέσα, και οι συγγενείς απ' έξω ερχόντουσαν να τον δουν... Ο χωρισμός ήταν πολύ σκληρός και για τους δυο μας· εμένα με έκανε κομμάτια. Ηταν φρίκη να βλέπεις το παιδί σου μία φορά τον μήνα, για πολλά χρόνια. Ετσι έφτιαξα αυτά τα βιβλιαράκια και μετά μια άλλη σειρά, με έργα του Αριστοφάνη... Ωσπου αποφυλακίστηκα το '63, με το που βγήκε ο Παπανδρέου. Και ο Νίκος, τελειώνοντας το Δημοτικό, έμπαινε στην εφηβεία...»

- Και από τότε κύλησε η ζωή;

«Ναι, αλλά δεν κύλησε έτσι δα. Γιατί είχαμε και τη χούντα το '67, και πάλι χωρίσαμε με τον Νίκο... Πήγα εξορία. Στα Γιούρα. Οπου αρρώστησα πολύ άσχημα και τότε οι Σοβιετικοί κατάφεραν να με πάρουν από κει, να με φέρουν στην Αθήνα και τελικά να με ελευθερώσουν, χωρίς η ίδια να γνωρίζω τίποτα. Με σκοπό να με πάρουν μαζί τους στη Σοβετική Ενωση, για να ενισχύσουν τον αντιδικτατορικό αγώνα, στην ουσία για να με αξιοποιήσουν υπέρ του καθεστώτος, προβάλλοντας την εικόνα του κομμουνιστή που μένει πιστός στις ιδέες του. Είχαν κάνει μεγάλη προετοιμασία, άρχισαν να στρώνουν το κόκκινο χαλί για να με δεχτούν, αλλά δεν πήγα. Αρνήθηκα.

- Γιατί;

«Γιατί είχε γίνει εν τω μεταξύ η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, προς την οποία ήμουν αντίθετη. Ομως, ήταν πολύ βαρύ για κείνους αυτό που τους έκανα. Και από τότε οι σχέσεις μας διαρρήχθηκαν. Δηλαδή με αγνόησαν, και δικαίως. Πήγε στη θέση μου ο Ρίτσος για τον ίδιο σκοπό... Εγώ έμεινα εδώ, προσπάθησα να σταθώ στα ποδια μου, ο Ευάγγελος Τερζόπουλος, που ήμασταν μαζί στον 'Ριζοσπάστη', μου έδωσε δουλειά στη 'Γυναίκα'. Χωρίς να υπογράφω απ' την αρχή, γιατί ήταν χούντα ακόμα· μου έλεγε για τις πιέσεις που δεχόταν, θα είχε πρόβλημα».

- Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού σας έκανε να σκεφτείτε ποτέ αν όλο αυτό που έγινε, ο αγώνας και οι θυσίες τόσων ανθρώπων, άξιζε τον κόπο;

«Αξιζε τον κόπο, αλλά καταρρακώθηκε από κάθε άποψη. Οταν το 1989 κατέρρευσε το σύμπαν, αποδείχτηκε ότι ήταν όλο εις μάτην. Οτι όλο αυτό που λεγόταν Σοβιετική Ενωση γεννήθηκε για να πεθάνει».




Το σκίτσο του Πικάσο για τον Μπελογιάννη και το χειρόγραφο που το συνόδευε με το ακόλουθο κείμενο: «Το φως από το λαδοφάναρο που φώτιζε το σκοτάδι μιας μαγιάτικης βραδιάς στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του τουφεκισμένου λαού που τον δολοφόνησε ο ξένος άρπαγας στον πίνακα του Γκόγια, είναι η ίδια σπορά φρίκης που σπέρνει με τις ανοιχτές φούχτες των προβολέων πάνω στα ορθάνοιχτα στήθια της Ελλάδας μια κυβέρνηση που σκορπίζει τον θάνατο, τον φόβο και το μίσος. Ενα πελώριο άσπρο περιστέρι περνάει κι αφήνει το οργισμένο του πένθος πάνω στη γη»
- Ηταν αναμενόμενο για σας;

«Εγώ και όσοι ήξερα δεν το είχαμε μετρήσει έτσι. Παρ' ότι από την εποχή που ήμουν στη φυλακή, προ χούντας, έφταναν ώς εμάς από την Σοβιετική Ενωση κάποιες πληροφορίες, σαν βαρίδια. Οπως π.χ. η συνωμοσία κάποιων μεγαλογιατρών να φάνε διάφορα κομματικά στελέχη, που τους έστειλαν στη Σιβηρία. Ηταν φοβερό· γιατί να γίνονται τέτοια πράγματα εκεί, αναρωτιόμουν, είχα ταραχτεί τόσο, που φώναζα στον ύπνο μου 'Σοβιετική Ενωση'! Τόσο δεμένη ήμουν μ' αυτό το κίνημα, τόσο φοβόμουν, είχα το προαίσθημα ότι κάτι κακό θα συμβεί».

-Επαληθεύτηκε το προαίσθημά σας...

«Ναι, από τότε όλα τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν ανάποδα. Ωσπου ήρθε ο Γκορμπατσόφ, που τον είδαμε σαν κάτι καινούργιο, ότι θα μπορούσε να σώσει τον σοσιαλισμό. Αλλά μας την έδωσε την κατραπακιά, αντί σωτηρίας είδαμε την οριστική κατάπτωσή του. Γιατί το σύστημα κατέρρεε και ο Γκορμπατσόφ δεν μπορούσε ούτε καν να διαχειριστεί αυτή την κατάρρευση».

- Τι το οδήγησε στην κατάρρευση αυτή;

«Ηταν σάπιο απ' την αρχή αυτό που έστησαν και άκρως αντίθετο προς τις ιδέες που ευαγγελιζόταν, οι οποίες βέβαια δεν έφταιγαν».

- Από την εποχή του Λένιν ξεκινάτε;

«Να μην πούμε από τον Λένιν, αλλά από τον Στάλιν και πέρα άρχισε να σαπίζει, βλέπαμε αυτή την πτώση. Ωσπου ήρθε, και ήταν τραγικό -η Σοβιετική Ενωση εξαφανίστηκε, οι χώρες που τη συνιστούσαν είναι ξέφτια πια... Από την ώρα που ένας Γιέλτσιν πήρε την εξουσία στη Ρωσία, φάνηκε ότι το πράγμα δεν είχε πλέον ελπίδα. Διότι ήταν σάπιος και αυτός, εξέφρασε όλη την παρακμή. Και είδατε πού καταλήξαμε: στον Πούτιν».

- Το λέτε απαξιωτικά... Τι εκφράζει ο Πούτιν για σας;

- Τις μεγάλες μαφίες του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ο,τι εκφράζουν και αυτοί που έχουν φύγει από τη Ρωσία, ο Αμπράμοβιτς, ο Χοντορκόφσκι κ.λπ. Αλλωστε, αυτές οι μαφίες, όλοι αυτοί, ξεπήδησαν μέσα από την Κα Γκε Μπε, ουσιαστικά. Και ο Πούτιν ανάμεσά τους. Και βλέπουμε σήμερα τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης να τις υφίσταται όλος ο κόσμος. Και θα τις υφίσταται».

- Ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές οι συνέπειες;

«Οτι έχει τώρα τον Μπους και τους υπόλοιπους, που έχουν πέσει πάνω στη γη να τη φάνε. Και κυνηγάνε τα πάντα, με πολέμους, με καταπάτηση των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, προκειμένου να το πετύχουν. Με μοναδικό στόχο το χρήμα. Αυτό, το χρήμα, κυριεύει τον κόσμο τώρα, αυτό διαφεντεύει τα πάντα. Αυτό είναι η εξουσία, όλες οι εξουσίες, το μόνο πράγμα που έχει αξία· τίποτε άλλο».

- Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ Πούτιν και Μπους;

«Τι διαφορές; Απλώς, ο Μπους είναι ο χειρότερος εκφραστής αυτού του γεγονότος, αυτού του εξαμβλώματος που έχει καταντήσει ο κόσμος... Είναι φοβερό, μια επανάσταση, όπου είχαν επικεντρωθεί οι ελπίδες όλων, να μεταλλαχθεί στο αντίθετό της. Και επιπλέον, να βιώνουμε όλη αυτή την ξεδιαντροπιά, αυτό το έγκλημα της απώλειας των καλύτερων από τα υλικά με τα οποία μπορεί να είναι φτιαγμένος ένας άνθρωπος».

- Επομένως, μπορεί να πει κανείς ότι τελικά οι ωραίες ιδέες δεν είναι δυνατόν να βρουν εφαρμοργή στην κοινωνία των ανθρώπων;

«Μπορεί να το πει».

- Αρα, ρίχνουμε αυλαία;

«Οχι οριστική. Οι ιδέες για τις οποιες μιλούμε, τώρα δεν βρίσκουν εφαρμογή. Ξανασυζητιούνται μετά από έναν αιώνα».

- Να έρθουμε λίγο και στα δικά μας, και να σας ρωτήσω πώς θα φτιάχνατε το πορτρέτο του σύγχρονου Ελληνα.

«Είμαι λίγο απ' έξω, όμως έτσι ίσως να βλέπω τα πράγματα πιο καθαρά. Νομίζω, λοιπόν, ότι στον τόπο μας οι άνθρωποι ζουν πια χωρίς να ξέρουν πού πάνε. Ποιο είναι το δικό τους συμφέρον, ποιος είναι ο εχθρός τους, ποιος είναι ο σύντροφός τους, ποιος είναι ο φονιάς τους. Το μόνο που τους ενδιαφέρει -και σ' αυτό συμβάλλει και η παιδεία, που είναι ανύπαρκτη- είναι να ζήσουν σήμερα, τώρα».
- Να ζήσουν, με ποιον τρόπο;

«Με ό,τι τους πλασάρουν τα περιοδικά λάιφ στάιλ και η τηλεόραση λάιφ στάιλ. Που είναι ό,τι έρχεται απ' έξω, αλλά στο πιο κιτς».

- Υπάρχει κάτι όπου μπορούμε να προσβλέπουμε;

- Εγώ το μόνο, όπου προσβλέπω, όπου μπορώ να δω μια ελπίδα -τολμώ να το πω- είναι η νέα γενιά. 'Βιάζεσαι', μου λένε μερικοί, αλλά το πιστεύω, ακούγοντας τα ίδια τα νέα παιδιά που έρχονται εδώ, χωρίς να τα ξέρω, για να μιλήσουν μαζί μου. Και διαπιστώνω ότι αρνούνται αυτόν τον κόσμο, δεν τον θέλουν. Αυτό είναι το μόνο που με γαληνεύει στην Ελλάδα σήμερα».

- Και η ελληνική Αριστερά; Πώς την επηρέασε αυτή η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού;

«Ακόμα και η Ανανεωτική Αριστερά βρέθηκε να έχει χάσει πολλά από τα πρότυπά της. Γιατί δεν είχε ποτέ, μεταπολιτευτικά, το θάρρος να ξεκόψει απ' όλα αυτά και να εμφανίσει δικό της πρότυπο. Οσο για το ΚΚΕ, έμεινε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία».

- Για να καταλήξει πού η Αριστερά σήμερα;

«Για την ώρα, δεν μοιάζει να καταλήγει πουθενά».

-Μερικοί υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καν.

«Εχει μια βάση αυτό. Είμαστε σε μια φάση επαναπροσδιορισμού των όρων Αριστερά, αριστερός».

- Την πολιτική μας σκηνή, πώς τη βλέπετε συνολικά;

«Σαν να είμαι στη θάλασσα και έχει τσούχτρες. Αυτό το γλοιώδες πράγμα που σε τσιμπάει ξαφνικά και δεν ξέρεις από πού σου 'ρχεται».

- Τι θα λέγατε για τις δύο... κορυφαίες τσούχτρες του δικομματικού παιχνιδιού;

«Είναι πολύ λίγοι και οι δύο για τις σημερινές ανάγκες του τόπου. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω για πρόσωπα. Θα σας πω μόνο ότι βλέπω μια διολίσθηση προς το αντικοινωνικό κράτος τύπου Θάτσερ, όπου ο πολίτης αντιμετωπίζεται ως όχληση προς τα μεγάλα συμφέροντα. Και η νομοθεσία μεριμνά μόνο γι' αυτά».

- Για σας, θεωρούν ότι η σύνδεσή σας με τον Μπελογιάννη κυρίως, πέρα από την δική σας μετέπειτα διαδρομή, σας προσδίδει το στοιχείο ενός «μύθου» στον χώρο της Αριστεράς. Εχετε αυτή την αίσθηση;

«Ποτέ δεν είχα τέτοια αίσθηση. Και όταν μου αποδίδουν άλλοι αυτόν το χαρακτηρισμό, δεν ξέρω τι να τον κάνω».

- Λοιπόν, ποια θα λέγατε ότι είστε;

«Δεν έχω καθήσει να το σκεφτώ ποτέ. Δεν είχα φανταστεί ότι θα είχα ν' αντιμετωπίσω, κάποια στιγμή, τέτοια ερώτηση. Φοβάμαι και που την ακούω».

- Ισως, κοιτάζοντας πίσω στη ζωή σας, πρόσωπο μιας τραγωδίας;

«Δεν μπορώ να απαντήσω σ' αυτό. Το μόνο που ξέρω για τον εαυτό μου είναι ότι είμαι μαχήτρια. Οπου και αν γυρίσω πίσω στη ζωή μου, δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο που μάχεται».

- Τι ήταν ο Μπελογιάννης στη ζωή σας; «Το άπαν».

- Αναρωτιέμαι αν, πενήντα τόσα χρόνια μετά, τον σκέφτεστε στην καθημερινότητά σας...

«Είναι πάντα κοντά μου. Τον αισθάνομαι. Τον ρωτάω για ό,τι κάνω. Και εκείνος βρίσκει τον τρόπο να μου απαντήσει».

- Και αν μετράτε την οδύνη που σάς άφησε με ό,τι ωραίο σάς έδωσε αυτός ο έρωτας.

«Η οδύνη δεν μετράει. Είναι άλλο. Αισθάνομαι ως ευλογία τη συνάντηση μαζί του. Ο πόνος τού πρόωρου χαμού του δεν είναι μόνο για μένα. Είναι και για όσα θα μπορούσε να δώσει σ' αυτόν τον έρμο τόπο. Και δεν πρόλαβε. Δεν τον άφησαν».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/12/2006




«Είναι πάντα κοντά μου. Τον αισθάνομαι. Τον ρωτάω για ό,τι κάνω.
Και εκείνος βρίσκει τον τρόπο να μου απαντήσει»




Αυτές οι γαλάζιες μέρες κι αυτός ο ήλιος των παιδικών μου χρόνων Antonio Machado





Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος. Τον δρόμο τον φτιάχνεις προχωρώντας.

Caminante, no hay camino. Se hace camino al andar.

Antonio Machado




Retrato

Mi infancia son recuerdos de un patio de Sevilla,
y un huerto claro donde madura el limonero;
mi juventud, veinte años en tierras de Castilla;
mi historia, algunos casos de recordar no quiero.

Ni un seductor Mañara, ni un Bradomín he sido
-ya conocéis mi torpe aliño indumentario-,
más recibí la flecha que me asignó Cupido,
y amé cuanto ellas puedan tener de hospitalario.

Hay en mis venas gotas de sangre jacobina,
pero mi verso brota de manantial sereno;
y más que un hombre al uso que sabe su doctrina
soy, en el buen sentido de la palabra, bueno.

Desdeño las romanzas de los tenores huecos
y el coro de los grillos que cantan a la luna.
A distinguir me paro las voces de los ecos,
y escucho solamente, entre las voces, una.

Converso con el hombre que siempre va conmigo
-quien habla solo espera hablar a Dios un día-
mi soliloquio es plática con este buen amigo
que me enseñó el secreto de la filantropía.

Y al cabo, nada os debo; me debéis cuanto escribo
a mi trabajo acudo, con mi dinero pago
el traje que me cubre y la mansión que habito,
el pan que me alimenta y el lecho en donde yago.

Y cuando llegue el día del último viaje,
y esté al partir la nave que nunca ha de tornar
me encontraréis a bordo ligero de equipaje,
casi desnudo, como los hijos de la mar.




CANTARES

Todo pasa y todo queda,
pero lo nuestro es pasar,
pasar haciendo caminos,
caminos sobre el mar.

Nunca perseguí la gloria,
ni dejar en la memoria
de los hombres mi canción;
yo amo los mundos sutiles,
ingrávidos y gentiles,
como pompas de jabón.

Me gusta verlos pintarse
de sol y grana, volar
bajo el cielo azul, temblar
súbitamente y quebrarse...
Nunca perseguí la gloria.

Caminante, son tus huellas
el camino y nada más;
caminante, no hay camino,
se hace camino al andar.

Al andar se hace camino
y al volver la vista atrás
se ve la senda que nunca
se ha de volver a pisar.

Caminante no hay camino
sino estelas en la mar...

Hace algún tiempo en ese lugar
donde hoy los bosques se visten de espinos
se oyó la voz de un poeta gritar:
"Caminante no hay camino,
se hace camino al andar..."

Golpe a golpe, verso a verso...

Murió el poeta lejos del hogar.
Le cubre el polvo de un país vecino.
Al alejarse, le vieron llorar.
"Caminante no hay camino,
se hace camino al andar..."

Golpe a golpe, verso a verso...

Cuando el jilguero no puede cantar.
Cuando el poeta es un peregrino,
cuando de nada nos sirve rezar.
"Caminante no hay camino,
se hace camino al andar..."




A UN OLMO SECO

Al olmo viejo, hendido por el rayo
y en su mitad podrido,
con las lluvias de abril y el sol de mayo
algunas hojas verdes le han salido.

¡El olmo centenario en la colina
que lame el Duero!

Un musgo amarillento
le mancha la corteza blanquecina
al tronco carcomido y polvoriento.

No será, cual los álamos cantores
que guardan el camino y la ribera,
habitado de pardos ruiseñores.

Ejército de hormigas en hilera
va trepando por él, y en sus entrañas
urden sus telas grises las arañas.

Antes que te derribe, olmo del Duero,
con su hacha el leñador, y el carpintero
te convierta en melena de campana,
lanza de carro o yugo de carreta;
antes que rojo en el hogar, mañana,
ardas en alguna mísera caseta,
al borde de un camino;
antes que te descuaje un torbellino
y tronche el soplo de las sierras blancas;
antes que el río hasta la mar te empuje
por valles y barrancas,
olmo, quiero anotar en mi cartera
la gracia de tu rama verdecida.

Mi corazón espera
también, hacia la luz y hacia la vida,
otro milagro de la primavera.

Lo que mejor simboliza el amor por Leonor es el olmo seco.

Antonio Machado escribió estos versos de esperanza en 1912, después de que Leonor enfermara de tuberculosis en su estancia temporal en París. El médico les recomendó que volvieran a Soria, donde el aire puro facilitaría su recuperación. A pesar de la mejora inicial, Leonor empeoró y murió.

"¡Ay, lo que la muerte ha roto era un hilo entre los dos!"

Al final del camino que va de la plaza Mayor hacia la iglesia de Nuestra Señora del Espino, se encuentra el olmo seco al que cantaba Machado. Los ocho días siguientes a la muerte de Leonor, los últimos de éste en Soria, el poeta recorría el trayecto con el recuerdo insoportable de su mujer.

Unos metros más allá del olmo, en el cementerio, puede visitarse la tumba de Leonor.








DEL PASADO EFíMERO

Este hombre del casino provinciano
que vio a Carancha recibir un día,
tiene mustia la piel, el pelo cano,
ojos velados por melancolía,

bajo el bigote gris, labios de hastío,
y una triste expresión que no es tristeza,
sino algo más y menos: el vacío
del mundo en la oquedad de su cabeza.

Aún luce de corinto terciopelo
chaqueta y pantalón abotinado,
y un cordobés color de caramelo
pulido y torneado.

Tres veces heredó y tres ha perdido
al monte su caudal; dos ha enviudado.
Sólo se anima ante el azar prohibido
sobre el verde tapete reclinado,

o al evocar la tarde de un torero,
la suerte de un tahúr o si alguien cuenta
la hazaña de un gallardo bandolero,
o la proeza de un matón, sangrienta.

Bosteza de políticas banales
dicterios al gobierno reaccionario
y augura que vendrán los liberales
cual torna la cigüeña al campanario.

Un poco labrador, del cielo aguarda
y al cielo teme; alguna vez suspira
pensando en su olivar, al cielo mira
con ojo inquieto si la lluvia tarda.

Lo demás, taciturno, hipocondríaco,
prisionero en la Arcadia del presente,
le aburre; sólo el humo del tabaco
simula algunas sombras en su frente.

Este hombre no es de ayer, ni es de mañana
sino de nunca; de la cepa hispana.
No es el fruto maduro, ni podrido,
es una fruta vana
de aquella España que pasó y no ha sido
esa que hoy tiene la cabeza cana...




Las moscas

Vosotras, las familiares,
inevitables golosas;
vosotras, moscas vulgares,
me evocáis todas las cosas.

¡Oh viejas moscas voraces
como abejas en abril,
viejas moscas pertinaces
sobre mi calva infantil!

¡Moscas del primer hastío
en el salón familiar,
las claras tardes de estío
en que yo empecé a soñar!

Y en la aborrecida escuela,
raudas moscas divertidas,
perseguidas
por amor de lo que vuela

—que todo es volar—, sonoras,
rebotando en los cristales
en los días otoñales...
Moscas de todas las horas,

de infancia y adolescencia,
de mi juventud dorada;
de esta segunda inocencia,
que da en no creer en nada;

de siempre... Moscas vulgares,
que de puro familiares
no tendréis digno cantor:
yo sé que os habéis posado

sobre el juguete encantado,
sobre el librote cerrado,
sobre la carta de amor,
sobre los párpados yertos
de los muertos.

Inevitables golosas,
que ni labráis como abejas
ni brilláis cual mariposas;
pequeñitas, revoltosas,
vosotras, amigas viejas,
me evocáis todas las cosas.




Llanto y coplas

Al fin, una pulmonía
mató a don Guido, y están
las campanas todo el día
doblando por él ¡din-dan!

Murió don Guido, un señor,
de mozo muy jaranero,
muy galán y algo torero;
de viejo, gran rezador.

Dicen que tuvo un serrallo
este señor de Sevilla;
que era diestro
en manejar el caballo,
y un maestro
en refrescar manzanilla.

Cuando mermó su riqueza,
era su monomanía
pensar que pensar debía
en asentar la cabeza.

Y asentola
de una manera española,
que fue casarse con una
doncella de gran fortuna;
y repintar sus blasones,
hablar de las tradiciones
de su casa,
a escándalos y amoríos
poner tasa,
sordina a sus desvaríos.

Gran pagano,
se hizo hermano
de una santa cofradía;
el Jueves Santo salía,
llevando un cirio en la mano
—¡aquel trueno!—,
vestido de nazareno.
Hoy nos dice la campana
que han de llevarse mañana
al buen don Guido, muy serio,
camino del cementerio.

Buen don Guido, ya eres ido
y para siempre jamás...
Alguien dirá: ¿Qué dejaste?
Yo pregunto: ¿Qué llevaste
al mundo donde hoy estás?

¿Tu amor a los alamares
y a las sedas y a los oros,
y a la sangre de los toros
y al humo de los altares?

Buen don Guido y equipaje,
¡buen viaje!...

El acá
y el allá,
caballero,
se ve en tu rostro marchito,
lo infinito:
cero, cero.

¡Oh las enjutas mejillas,
amarillas,
y los párpados de cera,
y la fina calavera
en la almohada del lecho!

¡Oh fin de una aristocracia!
La barba canosa y lacia
sobre el pecho;
metido en tosco sayal,
las yertas manos en cruz,
¡tan formal!
el caballero andaluz.












Balada de Otoño

Llueve

detrás de cristales, llueve, llueve

sobre, los chopos medio deshojados

sobre los pardos tejados

sobre los campos llueve.

Pintaron de gris el cielo

y el suelo se fue abrigando con hojas

se fue vistiendo de otoño

la tarde que se adormece

parece un niño que el viento mece

con su balada de otoño.

Una balada en otoño

un canto triste de melancolía

que nace al morir el dia.

Una balada en otoño

a veces como un murmullo

y a veces como un lamento

y a veces cientos.

Te podría contar

que esta quemándose el ultimo leño

en el hogar

que soy muy pobre hoy

que por una sonrisa doy

todo lo que soy

porque estoy solo

y tengo miedo.

Joan Manuel Serrat









Το φονικό δεν ήταν μόνο ένα...

Ισπανικός εμφύλιος: Λόρκα, Ματσάδο (και τόσοι άλλοι...)

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

«...Σκότωσαν τον Φεντερίκο/ με το γλυκοχάραμα/ Το απόσπασμα των φονιάδων/ δεν τόλμησε να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο», έγραψε ο Αντόνιο Ματσάδο όταν έμαθε τη δολοφονία του φίλου και ομοτέχνου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (19 Αυγούστου 1936), σ' ένα εκτενές ποίημά του με τίτλο «Το φονικό». Δυόμισι χρόνια αργότερα τον ακολουθούσε στο θάνατο, θύμα επίσης του φασισμού -όπως και τόσοι άλλοι άλλωστε.

Εβδομήντα χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας του Φράνκο (που κράτησε ώς το 1975), να μνημονεύσουμε τον μείζονα αυτόν Ισπανό ποιητή-επίσης 70 χρόνια από το θάνατό του- με αποσπάσματα από ένα ανέκδοτο κείμενο με τίτλο «Αντόνιο Ματσάδο: Ο εκφραστής του ισπανικού εθνικού διχασμού», που μας παραχώρησε η Μεξικανή ελληνίστρια συγγραφέας και μεταφράστρια Γουαδελούπε Φλόρες Λιέρα.

Ο διχασμός

«Η πτώση της Καταλονίας τον Ιανουάριο του 1939 σήμανε την ήττα της Β' Δημοκρατίας από τις δυνάμεις του εθνικιστικού πραξικοπήματος του στρατηγού Φράνκο. Τις επόμενες μέρες μισό εκατομμύριο κόσμος, το πρώτο κύμα των εξόριστων, εγκαταλείπουν άρον άρον τη χώρα με προορισμό τη Γαλλία. Ανάμεσά τους ο ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, πιθανώς ο καλύτερος εκπρόσωπος της ισπανικής ποίησης τον εικοστό αιώνα.

Η πορεία του Ματσάδο και η τραγική διάσταση που σφράγισε το τέλος της ζωής του απεικονίζουν στο έπακρο τον εθνικό διχασμό που οδήγησε την Ισπανία στο σπαραγμό του εμφυλίου πολέμου.

Οταν ξέσπασε ο πόλεμος δεν δίστασε να ταχθεί με το μέρος των Δημοκρατικών. Με την κατάρρευση του μετώπου του Εβρου, που σήμανε την αρχή της ήττας των δημοκρατικών δυνάμεων και την επικράτηση των πραξικοπηματιών, πήρε το δρόμο της εξορίας. Στην απέναντι όχθη, πίσω στην Ισπανία, ο αδελφός του Μανουέλ, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και συνυπογράψει πολλά θεατρικά έργα, είχε προσχωρήσει στις φασιστικές ορδές του Φράνκο, υπέρ των οποίων έγραφε διθυράμβους...

Ο Αντόνιο Ματσάδο γεννήθηκε στη Σεβίλη το 1875 και σπούδασε στην "Ελεύθερη Εκπαιδευτική Σχολή". Χάρη στο πρόγραμμα αυτού του επαναστατικού εκπαιδευτικού μοντέλου, έζησε στη Γαλλία, περιηγήθηκε την Ισπανία και απέκτησε εμπειρίες που διαμόρφωσαν την αρχική ποιητική του σκέψη, κάνοντάς τον να στραφεί στην παράδοση και στα χειροπιαστά προβλήματα της χώρας του. Ζούσε διδάσκοντας γαλλικά. Το 1927 ανακηρύχτηκε μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας. Θεωρείται ο καλύτερος εκφραστής της περίφημης "γενιάς του '98", ανακαινιστής του ποιητικού λόγου και δάσκαλος της "γενιάς του '27".

Ζούσε στη Μαδρίτη όταν ξέσπασε ο εμφύλιος. Ακολουθώντας τη συμβουλή φίλων, διέφυγε στη Βαλένθια, απ' όπου έγραφε λόγους και μανιφέστα, αρθρογραφούσε και δημοσίευε ποιήματα σε έντυπα που υπερασπίζονταν τη δημοκρατία. Οταν η έδρα της δημοκρατικής κυβέρνησης μεταφέρθηκε στη Βαρκελώνη, την ακολούθησε. Με την κατάρρευση και της Καταλονίας αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της εξορίας.

Ο θάνατος

Τρεις μέρες πριν από την είσοδο των στρατευμάτων του Φράνκο στη Βαρκελώνη, ο Ματσάδο, κουβαλώντας στην πλάτη την υπέργηρη μάνα του, εγκατέλειψε την πόλη. Στα σύνορα με τη Γαλλία το χάος που είχε δημιουργηθεί από οχήματα και πρόσφυγες τους ανάγκασε να αφήσουν τις αποσκευές τους και να συνεχίσουν με τα πόδια, "ανάλαφροι χωρίς αποσκευές / σχεδόν γυμνοί, σαν τα παιδιά της θάλασσας", είχε πει σε ένα ποίημά του(...)

Με τη βοήθεια φίλων φτάνουν στην Κολιούρ. Τους οδηγούν σ' ένα ξενοδοχείο ασφυκτικά γεμάτο από πρόσφυγες. Με κλονισμένη την υγεία από τις σωματικές και ηθικές κακουχίες, βαριά άρρωστος από πνευμονία, χαροπάλεψε δυο μέρες, ώσπου πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου 1939. Τρεις μέρες αργότερα τον ακολούθησε η μητέρα του.

Αναμφισβήτητα, ο διχασμός που σφράγισε τους αδελφούς Ματσάδο, που την κρίσιμη στιγμή ακολούθησουν αντίθετους δρόμους, καθρεφτίζει τον διχασμό της ίδιας της Ισπανίας μπροστά στις αλλαγές που προσπάθησε να εφαρμόσει η Β' Δημοκρατία. Ο πόλεμος ανάμεσα στις δυο Ισπανίες "...μιας Ισπανίας που πεθαίνει / και μιας Ισπανίας που χασμουριέται", με τα δικά του, πάλι, λόγια, του εκσυγχρονισμού από τη μια, και εκείνης του στρατού και της εκκλησίας από την άλλη, έληξε με την επικράτηση της δεύτερης (...).

Τον Ματσάδο, ποιητή "όλο αίστημα και αρμονία", είχε παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο Νίκος Καζαντζάκης, σε ανύποπτο χρόνο, τον Μάιο του 1933, από τις σελίδες του περιοδικού "Ο Κύκλος". Τα άρθρα που δημοσίευσε, με άλλους έντεκα ποιητές που ανακάλυψε, ανθολόγησε και μετέφρασε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, αποτέλεσαν την «Ανθολογία Ισπανικής Λυρικής Ποίησής» του. Παρ' όλο που το υλικό αυτό συγκεντρώθηκε και οργανώθηκε για δίγλωσση έκδοση πριν από δύο χρόνια, για άγνωστους λόγους οι "Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη" δεν έχουν προχωρήσει στην έκδοσή του».




EN COTLLIURE

Soplaban vientos del sur
y el hombre emprendió viaje.
Su orgullo, un poco de fe
y un regusto amargo fue
su equipaje.

Miró hacia atrás y no vio
más que cadáveres sobre
unos campos sin color.
Su jardín sin una flor
y sus bosques sin un roble.

Y viejo,
y cansado,
a orillas del mar
bebióse sorbo a sorbo su pasado.

Profeta
ni mártir
quiso Antonio ser.
Y un poco de todo lo fue sin querer.

Una gruesa losa gris
vela el sueño del hermano.
La yerba crece a sus pies
y le da sombra un ciprés
en verano.

El jarrón que alguien llenó
de flores artificiales,
unos versos y un clavel
y unas ramas de laurel
son las prendas personales,

del viejo,
y cansado,
que a orillas del mar
bebióse sorbo a sorbo su pasado.

Profeta
ni mártir
quiso Antonio ser.
Y un poco de todo lo fue sin querer.







«Ποιήματα»

Συγγραφέας: Antonio Matchado

Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Γλώσσα πρωτοτύπου: Ισπανική

Έτος Α’ Έκδοσης: 2009

Όταν άρχισε να καθιερώνεται στην Ισπανία η περίφημη Γενιά του 27, με πολλούς από τους ποιητές της να δοκιμάζουν μια καινούρια αισθητική και τεχνική στα ποιήματά τους, η κριτική καταμαρτύρησε στον Ματσάδο ότι μένει πίσω με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής του. Σήμερα, μερικοί από τους ποιητές της περίφημης αυτής γενιάς, η οποία αριθμούσε κάπου δεκατέσσερα γνωστά, τότε, ονόματα, είναι εντελώς ξεχασμένοι. Άλλοι επιζούν χάρη σε κάποιες συλλογές τους, και άλλοι μόνο χάρη σε μερικά ποιήματά τους. Από αυτούς μόνο τα Ποιητικά Άπαντα του Γκαρθία Λόρκα, συνεχίζουν να επανεκδίδονται ακέραια πλάι στις αδιάλειπτες επανεκδόσεις των Ποιητικών Απάντων του Αντόνιο Ματσάδο, που διανύουν την 30ή τους έκδοση. Η ποίηση του Αντόνιο Ματσάδο ξεκίνησε επηρεασμένη από το μοντερνισμό του Ρουμπέν Δαρίο, αλλά δεν έμεινε προσκολλημένη σ’ αυτόν. Τον ξεπέρασε με την προσέγγισή της στην ισπανική φύση και το ισπανικό φολκλόρ. Είναι μια ποίηση μελαγχολική και μόνο φαινομενικά απλή, γιατί κάτω από την επιφάνεια επενεργεί το μυστηριώδες και το συμβολικό. Είναι καθοριστικής σημασίας σ’ αυτήν οι θύμησες των παιδικών χρόνων του ποιητή στη γενέτειρά του, Σεβίλλη, αλλά και στη Μαδρίτη, όπου μετοίκησε η οικογένεια όταν εκείνος ήταν οχτώ χρονών. Γι’ αυτό, τα ποιήματα του Α. Ματσάδο δίνουν την εντύπωση ότι έρχονται από το παρελθόν. Ο Αντόνιο Ματσάδο είναι ποιητής χαμηλών τόνων. Μένει πιστός σε ό,τι του υπαγορεύει η γνήσια ποιητική φύση του: να εμπνέεται από πράγματα αληθινά, όσο ταπεινά κι αν είναι: από ένα πεσμένο δέντρο ή από ένα φτωχικό χνουδάγκαθο μέσα στην ερημιά του κάμπου. Να καταγράφει τη χαρά των συναντήσεων και τη θλίψη των αποχαιρετισμών, αποθησαυρίζοντας για τον αναγνώστη του τους τόνους από μυστικά περιβόλια, μαζί με τα αρώματα των ανθέων και τη σελήνη να κρέμεται “σαν πουλάκι από κρουστάλι” στον ουράνιο θόλο. Για χρόνια ο Αντόνιο Ματσάδο φορούσε το ίδιο ξεθωριασμένο καφέ πανωφόρι, κι αντί για ζώνη χρησιμοποιούσε ένα λυτάρι από πλεγμένα σπάρτα. Όταν πέθανε, στην τσέπη του περίφημου αυτού πανωφοριού, βρέθηκε σ’ ένα χαρτάκι γραμμένος ο τελευταίος στίχος που έγραψε: “Αυτές οι γαλάζιες μέρες κι αυτός ο ήλιος των παιδικών μου χρόνων”. Ίσαμε τη στερνή του μέρα, ο Αντόνιο Ματσάδο, κοίταζε προς το παρελθόν για να αντλήσει παρηγοριά και κουράγιο και για την τραγική εκείνη περίοδο.





ΧΤΥΠΟΥΣΕ ΤΟ ΡΟΛΟΪ...

Χτυπούσε το ρολόι τις δώδεκα...και ήταν δώδεκα

χτυπήματα της τσάπας στη γη.

Η ώρα μου φώναξα... Η σιωπή

μου απάντησε: - Μη φοβάσαι.

Συ δε θα δεις να πέφτει η τελευταία σταγόνα

που τρέμει στην κλεψύδρα.

Θα κοιμηθείς πολλές ώρες ακόμα

πάνω στη γέρικη όχθη

κι ένα καθαρό πρωί θα βρεις

δεμένη τη βάρκα σου στην άλλη ακτή.

Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος


"ανάλαφροι χωρίς αποσκευές
σχεδόν γυμνοί, σαν τα παιδιά της θάλασσας"